προέκταση - επέκταση

vmelas · 2 · 12150

vmelas

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 4932
    • Gender:Female
Με αφορμή το νήμα gap filler, θα ήθελα να κοιτάξουμε λίγο τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο λέξεων και να βρούμε εάν έχουν κάποια χροιά που διαχωρίζει τη χρήση τους στον γραπτό λόγο. Προσωπική παρατήρηση είναι ότι η λέξη προέκταση χρησιμοποιείται για μία πρόσθεση σε μήκος ενός αντικειμένου, κτιρίου κτλ ενώ η λέξη επέκταση σημαίνει τη προσθήκη τμήματος επί κτιρίου, επιφάνειας κτλ .. δηλαδή ότι το ένα μιλάει για οριζόντια προσθήκη ενώ το άλλο για κάθετη. Αγαπητέ Θεόδωρε, τα φώτα σου ! :)


Το ΛΚΝ αναφέρει:
Προέκταση η [proéktasi] O33 :  1. η αύξηση σε μήκος, σε έκταση, σε επιφάνεια· επιμήκυνση, επέκταση: Eργασίες προέκτασης της προβλήτας / του λιμενοβραχίονα. ~ της λεωφορειακής γραμμής. Oι δύο γραμμές / επιφάνειες τέμνονται στη νοητή τους ~. 2. η γραμμή ή η επιφάνεια κατά την οποία έχει προεκταθεί κτ.: H Nέα Eγνατία είναι η ~ της Eγνατίας οδού. Xώροι άθλησης και αναψυχής θα δημιουργηθούν στην ~ της παραλίας. || ~ (καλωδίου), το επιπλέον καλώδιο που προστίθεται, για να αυξήσει το μήκος του ήδη υπάρχοντος. 3. (μτφ.) το να δίνεται μεγαλύτερη νοητική έκταση, ευρύτητα σε κτ.: Πολιτικές αποφάσεις με κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις. Aστυνομική ταινία με πολιτικές προεκτάσεις. H ~ του συλλογισμού του οδηγεί σε γενικότερα συμπεράσματα.   [λόγ. προ(εκτείνω) -έκτασις κατά το σχ.: εκτείνω – έκτασις (-σις > -ση) μτφρδ. γαλλ. prolongement]

Επέκταση η [epéktasi] O33  : 1.(ιδ. για πργ.) α. αύξηση της έκτασης που καταλαμβάνει κτ.: ~ ενός κράτους. H εδαφική ~ μιας χώρας. H ~ του σχεδίου πόλεως / της πλατείας / ενός κτιρίου. H καθ΄ ύψος ~ μιας οικοδομής, προσθήκη ενός ή περισσότερων ορόφων. || αύξηση του μήκους: ~ του οδικού / του σιδηροδρομικού / του τηλεφωνικού δικτύου μιας χώρας. || (φυσ.) ~ του φωτεινού ειδώλου, για είδος οπτικής απάτης. β. εξάπλωση σε επιπλέον έκταση, σε άλλους χώρους, χώρες κτλ.: ~ της πυρκαγιάς / του πολέμου. 2. (για αφηρ. έννοια) α. εξάπλωση, συνήθ. σε διαφορετικούς τομείς: ~ των εργασιών / των δραστηριοτήτων κάποιου. (έκφρ.) κατ΄ ~, πέρα από το κανονικό, το γνωστό ή το συνηθισμένο. β. ευρύτερη διάδοση και ιδίως διεύρυνση της ισχύος: H ~ των ευεργετικών διατάξεων του νόμου και στους συνταξιούχους. || (γραμμ.) ~ μιας λέξης, αύξηση των φθόγγων της. ~ της σημασίας μιας λέξης, η διεύρυνση του σημασιολογικού πεδίου μιας λέξης με τη χρήση της και για άλλη παρεμφερή έννοια. 3. (πληροφ., συνήθ. πληθ.) αρχείο με ειδική λειτουργία στο σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή.  [λόγ.: 1, 2: αρχ. ἐπέκτα(σις) `μάκρεμα΄ -ση & σημδ. γαλλ. expansion, extension· 3: σημδ. αγγλ. extension]


« Last Edit: 08 Jul, 2008, 15:44:57 by wings »


Zazula

  • Λεξιλάγνος λογοπαίκτης
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1337
    • Gender:Male
  • Αθεράπευτος πομφολυγτόπιξ
Φρονώ ότι και η προέκταση και η επέκταση μπορεί να σημαίνουν extension "an act or instance of stretching, drawing, or arranging in a given direction, or so as to reach a particular point, as a cord, wall, or line of troops | an act or instance of increasing the length or duration of; lengthening; prolonging" (άλλωστε το ΛΚΝ στη σημασία 1 της προέκτασης δίνει ως συνώνυμό της την επέκταση), αλλά κατά κύριο λόγο είναι η επέκταση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει και τη σημασία expansion "increase in extent, size, volume, scope, etc." (το αποίο αποτελεί ευρύτερη έννοια σε σύγκριση με το extension· θα έλεγα ότι αποτελεί μάλλον υπερσύνολο που το περιλαμβάνει).
Zazula: γλυφός και τσαγανός σαν κουτσουκέλα

WRITING STYLE GUIDELINES
1. Be more or less specific.
2. It's not O.K. to use ampersands & abbreviations.
3. Exaggeration is a million times worse than understatement.
4. Parenthetical remarks (however relevant) are to be avoided.



 

Search Tools