αραβόσιτος, αραποσίτι → καλαμπόκι

wings · 1 · 4289

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72549
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Σύμφωνα με το ΛΚΝ:

αραβόσιτος ο [aravósitos] O20α : το καλαμπόκι: Άνθος αραβοσίτου.   [λόγ. αραβ- (δες στο αραβικός) -ο- + σίτος μτφρδ. ιταλ. granturco `δημητριακό της ’Τουρκίας“, δηλ. εξωτικό΄ ή ιταλ. grano saraceno (γαλλ. sarrasin) `δημητριακό ’Σαρακηνό“΄, παλ. όν. των κατοίκων της Aραβίας (κατώτερης ποιότητας δημητριακό)]

αραποσίτι το [araposíti] O44 : (λαϊκότρ.) ο αραβόσιτος.  [υποκορ. του αραβόσιτ(ος) -ι με επίδρ. της λ. Aράπης (σύγκρ. αραβικός)]


Επίσης, καλαμπόκι (kalambok) [αλβανικό δάνειο]
 
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


 

Search Tools