Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => Greek monolingual forum => Γλωσσικά Σημειώματα => Topic started by: spiros on 14 Apr, 2018, 13:17:34

Title: εξάρτηση, εξάρτυση, εξάρτιση (ομόηχα)
Post by: spiros on 14 Apr, 2018, 13:17:34
Εξάρτηση, εξάρτυση και εξάρτιση

Το ουσιαστικό εξάρτηση παράγεται από το ρήμα εξαρτώ (εξαρτώμαι), που σημαίνει κρεμώ από κάπου (κυριολεκτική χρήση της λέξης), βασίζω ή στηρίζω κάτι σε συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις, στηρίζομαι σε κάποιον ή κάτι, ορίζομαι από κάποιον, βρίσκομαι υπό την εξουσία ή τη δικαιοδοσία του (μεταφορική χρήση της λέξης).

Το ουσιαστικό εξάρτυση παράγεται από το ρήμα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας εξαρτύω, που σήμαινε ετοιμάζω, παρασκευάζω, εφοδιάζω ή εξοπλίζω. Στη νέα ελληνική γλώσσα η λέξη εξάρτυση δηλώνει τον ατομικό εξοπλισμό,

Το ουσιαστικό εξάρτιση παράγεται από το ρήμα εξαρτίζω, που σημαίνει αρματώνω πλοίο, δηλαδή το εφοδιάζω ή το εξοπλίζω με τα απαραίτητα για την πλεύση του
Εξάρτηση, εξάρτυση και εξάρτιση | in.gr (http://www.in.gr/2018/04/13/culture/glossakailogotexnia/eksartisi-eksartysi-kai-eksartisi/)