paulinisch → παυλιανός, του αποστόλου Παύλου

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 853892
    • Gender:Male
  • point d’amour
paulinisch → παυλιανός, του αποστόλου Παύλου

Pauline → παυλιανός, του αποστόλου Παύλου
pre-Pauline → προπαυλιανός, πριν τον απόστολο Παύλο
post-Pauline → μεταπαυλιανός, μετά τον απόστολο Παύλο

(Christianity) Of or relating to the Apostle Paul, his writings, his doctrines, and the form of Christianity that arose from them.
Pauline - Wiktionary


 

Search Tools