match up → ταιριάζω, συνταιριάζω, μοιάζω, συνδυάζω, φτιάχνω σε ζευγάρια, ζευγαρώνω, ματσάρω, κάνω κονέ, τα φτιάχνω, προξενεύω, κάνω προξενιό, γνωρίζω, γνωρίζω κάποιον σε κάποιον, είμαι ισάξιος, είμαι ισάξια, συναγωνίζομαι, είμαι το ίδιο καλός, είμαι το ίδιο καλή, είμαι εξίσου καλός, είμαι εξίσου καλή

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 853590
    • Gender:Male
  • point d’amour
match up → ταιριάζω, συνταιριάζω, μοιάζω, συνδυάζω, φτιάχνω σε ζευγάρια, ζευγαρώνω, ματσάρω, κάνω κονέ, τα φτιάχνω, προξενεύω, είμαι ισάξιος, συναγωνίζομαι, είμαι το ίδιο καλός

matchup → ματσάρισμα, ζευγάρωμα αντιπάλων, καθορισμός των ζευγών των αντιπάλων, καθορισμός των ζευγαριών των αντιπάλων, αναμέτρηση

(intransitive) To be similar or the same.
Unfortunately, none of the numbers on my lottery ticket matched up with the ones drawn.
(transitive) To put together, or in a pair.
After matching up all the socks in the draw, I threw away those without a pair.
(transitive) To matchmake; to set up a romantic meeting between two people.
She thought James asked her on a date because he was interested in her, but it turned out he wanted to match her up with his brother.
match up - Wiktionary
« Last Edit: 31 May, 2023, 08:09:45 by spiros »


 

Search Tools