qualities → αρετές, χαρίσματα, προσόντα, ικανότητες, ιδιότητες, χαρακτηριστικά, προτερήματα, θετικά χαρακτηριστικά, θετικά στοιχεία, αξιόλογα στοιχεία, στοιχεία του χαρακτήρα, στοιχεία χαρακτήρα, στοιχεία, αξίες, γνωρίσματα, χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ποιότητες

spiros · 9 · 3477

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 827190
    • Gender:Male
  • point d’amour
qualities → αρετές, χαρίσματα, προσόντα, ιδιότητες, χαρακτηριστικά, θετικά χαρακτηριστικά, ποιότητες


Αυτό το "qualities" πια... βαρέθηκα να το διαβάζω ως "ποιότητες".

Συμφωνώ απολύτως. Είναι μία από τις πάγιες αγκυλώσεις των μεταφράσεων κειμένων αυτού του είδους. Εγώ συνήθως λέω «αρετές».

Η μετάφραση του τίτλου τού βιβλίου: Healing with qualities → Τα χαρίσματα θεραπεύουν Manuel Schoch [Μάνουελ Σοχ] (1946 - 2008)

ουσ. ποιότητα: superior quality ανώτερη ποιότητα § quality and quantity ποιότητα και ποσότητα # ιδιότητα, ποιόν, "φύση": heating quality of a fuel θερμαντική ιδιότητα καύσιμου # προσόν, αρετή, χάρισμα: he possesses the quality of remaining calm έχει το προσόν της αταραξίας § moral qualities ηθικές αρετές # μτφ. άριστη ποιότητα, ανωτερότητα, υπεροχή: furniture of quality έπιπλα ποιότητας # επίθ. εξαιρετικής ποιότητας: he specializes in quality furniture ειδικεύεται σε έπιπλα ποιότητας # (στη γλωσσολογία:) ποιότητα φθόγγου # ΦΡ. quality of life ποιότητα ζωής § endearing qualities (ψυχικά) χαρίσματα § fighting qualities πολεμικές αρετές § first quality (πρώτη(ς) ποιότητα(ς) § indifferent quality μέτρια ποιότητα § inferior quality κατώτερη ή σκάρτη ποιότητα § of the finest quality άριστης ή πρώτης ποιότητας § person of quality (ελεύθερη απόδοση:) αξιόλογος άνθρωπος § poor quality κακή ποιότητα
http://www.in.gr/dictionary/lookup.asp?Word=quality&TranslateButton2=Go

quality
ουσ. ποιότητα || (καλή) ιδιότητα, προτέρημα, προσόν, αρετή || ιδιότητα, χαρακτηριστικό || προσωπική αξία || χροιά ήχου || υψηλή κοινωνική στάθμη, περιωπή || (απαρχ. ή αστ.) αριστοκρατία, καλός κόσμος || (λογ.) ποιόν, θετικός ή αρνητικός χαρακτήρας κρίσης || επ. (κν.) υψηλής ποιότητας, πρώτης τάξης, εξαίρετος
Penguin-Hellenews
« Last Edit: 01 Jun, 2021, 09:21:17 by spiros »


mavrodon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6585
    • Gender:Male
Συμφωνώ απολύτως. Είναι από τις πιο πάγιες αγκυλώσεις των μεταφράσεων κειμένου αυτού του είδους. Εγώ συνήθως λέω «αρετές».
Εξαρτάται και από τα συμφραζόμενα. Μπορεί και να πρόκειται απλώς για ιδιότητες/χαρακτηριστικά.






evdoxia

  • Translator | Reviewer | Merenda |
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2317
    • Gender:Female





 

Search Tools