virus‐induced → ιογενής, ιογενές, που επάγεται από ιό, που επάγεται από ιούς, ιογενούς αιτιολογίας

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823407
    • Gender:Male
  • point d’amour
virus‐induced → ιογενής, ιογενές, που επάγεται από ιό, που επάγεται από ιούς, ιογενούς αιτιολογίας


 

Search Tools