climate hypocrisy → κλιματική υποκρισία, υποκρισία για το κλίμα


  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 826943
    • Gender:Male
  • point d’amour
climate hypocrisyκλιματική υποκρισία

Many people around the world already consider the United Nations Climate Change Conference (COP26) in Glasgow a disappointment. That is a massive understatement. Global leaders – especially in the developed world – still fail to grasp the gravity of the climate challenge. Although they acknowledge its severity and urgency in their speeches, they mostly pursue short-term national interests and make conveniently distant “net-zero” emissions pledges without clear and immediate commitments to act.

Making matters worse, many rich-country leaders’ statements in Glasgow are at odds with their actual climate strategies, and with what they say in other settings. So, while G7 leaders at the summit were issuing underwhelming green commitments for several decades in the future, they were busy allowing and enabling more fossil-fuel investment that will generate additional production and greenhouse-gas emissions over the medium term.

For example, could the real US government please stand up and declare itself? In his recent address in Glasgow, President Joe Biden said that “as we see current volatility in energy prices, rather than cast it as a reason to back off our clean energy goals, we must view it as a call to action.” Indeed, “high energy prices only reinforce the urgent need to diversify sources, double down on clean energy deployment, and adapt promising new clean-energy technologies.”

But just three days later, the Biden administration claimed that OPEC+ is endangering the global economic recovery by not increasing oil production. It even warned that the United States is prepared to use “all tools” necessary to reduce fuel prices.

This is one of the most blatant recent examples of climate hypocrisy by a developed-country leader, but it is by no means the only one. And the duplicity extends to the proceedings at COP26 itself, where developing-country negotiators are apparently finding that advanced economies’ positions in closed-door meetings are quite different from their public stances.

Rich countries, which are responsible for the dominant share of global carbon-dioxide emissions to date, are dithering on longstanding commitments to provide climate finance to developing countries. They are also resisting a proposed operational definition that would prevent them from fudging what counts as climate finance. And they are still treating adaptation to climate change as a separate stream, and refusing to provide finance to avert, minimize, and address the loss and damage associated with climate change in the worst-affected countries.

The declared COP26 promises also reveal the developed world’s double standards. A group of 20 countries, including the US, pledged to end public financing for “unabated” fossil-fuel projects, including those powered by coal, by the end of 2022. But the prohibition applies only to international projects, not domestic ones. Significantly, the US and several other signatories refused to join the 23 countries that separately committed to stop new coal-power projects within their borders and phase out existing coal infrastructure.

But even if the pledges in Glasgow had been more solid, rich-country governments, in particular, face a major credibility problem. They have previously made too many empty climate promises, undermining the interests of developing countries that have contributed little to climate change. Advanced economies have made emissions-reduction commitments that they have not kept, and reneged on their assurances to developing countries regarding not only climate finance but also technology transfer.

The climate finance commitment is now 12 years old. At COP15 in Copenhagen, advanced economies promised to provide $100 billion per year to the developing world, and the 2015 Paris climate agreement made it clear that all developing countries would be eligible for such financing. This amount is trivial relative to developing countries’ need, which is in the trillions of dollars, and also when compared to the vast sums that rich countries have spent on fiscal and monetary support for their economies during the COVID-19 pandemic.

But the developed world has not fulfilled even this relatively modest pledge. In 2019, total climate finance channeled to developing countries was less than $80 billion; the average amount each year since 2013 was only $67 billion. And this figure massively overstated the actual flows from developed-country governments, because bilateral public climate finance (which should have been provided to the developing world under the Paris accord) averaged less than $27 billion per year. The remainder came from multilateral institutions – including development banks – and private finance, which rich-country governments sought to take credit for mobilizing. Compared to this paltry sum, global fossil-fuel subsidies amounted to an estimated $555 billion per year from 2017 to 2019.

Likewise, the rich world’s promises of green technology transfer have become mere lip service. Developed-country governments allowed domestic companies to cling to intellectual-property rights that block the spread of critical knowledge for climate mitigation and adaptation. When countries like China and India have sought to encourage their own renewable-energy industries, the US, in particular, has filed complaints with the World Trade Organization.

This short-sighted strategy ultimately benefits no one, including the firms whose immediate financial interests it serves, because it accelerates the planet’s destruction and the revenge of nature on what now appears to be terminally stupid humanity. The student and activist marches in Glasgow against this myopic approach are important, but are nowhere near enough to force governments to change course.

The problem is that powerful corporate interests are clearly intertwined with political leadership. People around the world, and especially in the Global North, must become much more vociferous in insisting on meaningful climate action and a real change in economic strategy that resonates beyond national borders. Only that can end the rich world’s green hypocrisy and save us all.

Πολλοί άνθρωποι, από όλο τον κόσμο, χαρακτηρίζουν τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP26) στη Γλασκώβη μία απογοήτευση. O χαρακτηρισμός, όμως, αυτός υποτιμά τη Διάσκεψη σε μεγάλο βαθμό. Οι παγκόσμιοι ηγέτες – ειδικά στον ανεπτυγμένο κόσμο – εξακολουθούν να μην μπορούν να κατανοήσουν τη σοβαρότητα της κλιματικής πρόκλησης. Αν και αναγνωρίζουν τη σοβαρότητα και τον επείγοντα χαρακτήρα της στις ομιλίες τους, επιδιώκουν, ως επί το πλείστον βραχυπρόθεσμα, εθνικά συμφέροντα και προβαίνουν σε μακρινές δεσμεύσεις για «καθαρές μηδενικές» εκπομπές, χωρίς, όμως, να αναφέρονται σε σαφείς και άμεσες δεσμεύσεις για δράση.

Ακόμη χειρότερα, οι δηλώσεις πολλών ηγετών πλούσιων χωρών, στη Γλασκόβη, βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις στρατηγικές που ακολουθούν στην πραγματικότητα για το κλίμα ή και με όσα δηλώνουν σε άλλες περιστάσεις. Έτσι, ενώ οι ηγέτες της G7, στη σύνοδο κορυφής για το κλίμα, εξέδιδαν απογοητευτικές πράσινες δεσμεύσεις για αρκετές δεκαετίες στο μέλλον, ήταν, παράλληλα, απασχολημένοι να επιτρέπουν και να καθιστούν δυνατές περισσότερες επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα που, μεσοπρόθεσμα, θα δημιουργήσουν πρόσθετη παραγωγή και περισσότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

Για παράδειγμα, θα μπορούσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ να διαφοροποιηθεί; Σε πρόσφατη ομιλία του, στη Γλασκόβη, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, δήλωσε ότι «η σημερινή αστάθεια στις τιμές ενέργειας δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί λόγος για να αμελήσουμε τους στόχους μας για καθαρή ενέργεια, αλλά, αντιθέτως, θα πρέπει να την θεωρήσουμε κίνητρο για δράση».

Πράγματι, «οι υψηλές τιμές ενέργειας, απλώς, ενισχύουν την επείγουσα ανάγκη για διαφοροποίηση των πηγών, εντείνουν την ανάγκη χρήσης καθαρής ενέργειας και την ανάγκη για προσαρμογή των υποσχόμενων νέων τεχνολογιών καθαρής ενέργειας».

Ωστόσο, μόλις μετά από τρεις ημέρες, η κυβέρνηση Μπάιντεν ισχυρίστηκε ότι ο ΟΠΕΚ+ θέτει σε κίνδυνο την παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη με το να μην αυξάνει την παραγωγή πετρελαίου. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να χρησιμοποιήσουν «όλα τα εργαλεία» που καθίστανται απαραίτητα για τη μείωση των τιμών των καυσίμων.

Αυτό είναι ένα από τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα κλιματικής υποκρισίας, τον τελευταίο καιρό, από ηγέτη ανεπτυγμένης χώρας, αλλά δεν είναι, σε καμία περίπτωση, το μοναδικό. Η υποκρισία, όμως, συνεχίζεται και, κατά τη διάρκεια της COP26, όπου οι διαπραγματευτές των αναπτυσσόμενων χωρών, προφανώς, διαπιστώνουν ότι οι θέσεις των προηγμένων οικονομιών στις κεκλεισμένων των θυρών συνεδριάσεις διαφέρουν αρκετά από τις δημόσιες θέσεις τους.

Οι πλούσιες χώρες, οι οποίες είναι υπεύθυνες για το κυρίαρχο μερίδιο των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, μέχρι σήμερα, διχάζονται στις μακροχρόνιες δεσμεύσεις τους να παρέχουν χρηματοδότηση για το κλίμα στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Αντιστέκονται, επίσης, σε έναν προτεινόμενο λειτουργικό ορισμό που θα τις εμπόδιζε από το να υπονομεύσουν αυτό που θεωρείται χρηματοδότηση για το κλίμα. Και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή ως κάτι το διαφορετικό και αρνούνται να παράσχουν χρηματοδότηση για να αποτρέψουν, να ελαχιστοποιήσουν και να αντιμετωπίσουν τις απώλειες και τις ζημιές που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή στις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από αυτή.

Οι υποσχέσεις στις οποίες προέβησαν οι χώρες, κατά τη διάρκεια της COP26, αποκαλύπτουν, επίσης, τα διπλά πρότυπα του ανεπτυγμένου κόσμου. Μια ομάδα 20 χωρών, μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ, δεσμεύτηκε να τερματίσει τη δημόσια χρηματοδότηση για έργα ορυκτών καυσίμων, όπως αυτά που τροφοδοτούνται από άνθρακα,​ ​έως το τέλος του 2022.

Ωστόσο, η απαγόρευση ισχύει μόνο σε διεθνές επίπεδο, όχι σε εγχώριο. Είναι σημαντικό ότι οι ΗΠΑ και αρκετές άλλες υπογράφουσες χώρες αρνήθηκαν να ενταχθούν στις 23 χώρες που δεσμεύτηκαν να σταματήσουν νέα έργα παραγωγής ενέργειας από άνθρακα εντός των συνόρων τους και να καταργήσουν σταδιακά τις υπάρχουσες υποδομές άνθρακα.

Ωστόσο, ακόμα κι αν οι δεσμεύσεις στη Γλασκώβη ήταν πιο στέρεες, οι κυβερνήσεις των πλούσιων χωρών, ειδικότερα, αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο πρόβλημα αξιοπιστίας. Έχουν δώσει, στο παρελθόν, πάρα πολλές κενές υποσχέσεις για το κλίμα, υπονομεύοντας τα συμφέροντα των αναπτυσσόμενων χωρών που έχουν ελάχιστη συμβολή στην κλιματική αλλαγή.

Οι προηγμένες οικονομίες έχουν αναλάβει δεσμεύσεις για τη μείωση των εκπομπών, τις οποίες δεν έχουν τηρήσει, ενώ, παράλληλα, δεν έχουν τηρήσει και τις υποσχέσεις τους προς τις αναπτυσσόμενες χώρες σε ό,τι αφορά, όχι μόνο τη χρηματοδότηση για το κλίμα, αλλά και τη μεταφορά τεχνολογίας.

Εδώ και 12 έτη έχουν, πλέον, προβεί οι χώρες σε δεσμεύσεις χρηματοδότησης για το κλίμα. Στη COP15, στην Κοπεγχάγη, οι προηγμένες οικονομίες υποσχέθηκαν να παρέχουν 100 δισ. δολάρια, σε ετήσια βάση, στον αναπτυσσόμενο κόσμο και η συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, το 2015, κατέστησε σαφές ότι όλες οι αναπτυσσόμενες χώρες θα έπρεπε να συμβάλουν στη χρηματοδότηση αυτή.

Το ποσό αυτό είναι αμελητέο σε σχέση με τις ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών, που εκτιμώνται σε τρισεκατομμύρια δολάρια, αλλά και σε σύγκριση με τα τεράστια ποσά που έχουν ξοδέψει οι πλούσιες χώρες για τη δημοσιονομική και νομισματική στήριξη των οικονομιών τους, κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού.

Εντούτοις, ο ανεπτυγμένος κόσμος δεν έχει εκπληρώσει ούτε αυτή τη σχετικά απλή δέσμευση. Το 2019, η συνολική χρηματοδότηση για το κλίμα που προοριζόταν για τις αναπτυσσόμενες χώρες ανερχόταν σε λιγότερο από 80 δισ. δολάρια. Το μέσο ποσό, κάθε χρόνο, από το 2013, ήταν μόνο 67 δισ. δολάρια.

Και αυτός ο αριθμός υπερεκτίμησε μαζικά τις πραγματικές ροές από τις κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων χωρών, επειδή η διμερής δημόσια χρηματοδότηση για το κλίμα (η οποία θα έπρεπε να είχε παρασχεθεί στον αναπτυσσόμενο κόσμο βάσει της συμφωνίας του Παρισιού) ήταν κατά μέσο όρο λιγότερο από 27 δισ. δολάρια, σε ετήσια βάση.

Το υπόλοιπο προήλθε από πολυμερείς θεσμούς– όπως οι αναπτυξιακές τράπεζες– και ιδιωτική χρηματοδότηση, με τις κυβερνήσεις των πλούσιων χωρών να επιχειρούν να πάρουν τα εύσημα για την κινητοποίηση. Σε σύγκριση με αυτό το ασήμαντο ποσό, οι παγκόσμιες επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων ανήλθαν σε περίπου 555 δισ. δολάρια, σε ετήσια βάση, από το 2017 έως το 2019.

Παρομοίως, οι υποσχέσεις του πλούσιου κόσμου για μεταφορά πράσινης τεχνολογίας δεν έχουν μέχρι στιγμής γίνει πράξη. Οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων χωρών επέτρεψαν στις εγχώριες εταιρείες να προσκολληθούν στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που εμποδίζουν τη διάδοση της κρίσιμης γνώσης για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή στα νέα δεδομένα.

Όταν χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία, προσπάθησαν να ενθαρρύνουν τις δικές τους βιομηχανίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι ΗΠΑ, ειδικότερα, υπέβαλαν καταγγελίες στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Αυτή η κοντόφθαλμη στρατηγική, τελικά, δεν ωφελεί κανέναν, ούτε τις εταιρείες των οποίων εξυπηρετεί τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα, επειδή επιταχύνει την καταστροφή του πλανήτη και την εκδίκηση που θα πάρει η φύση από ανθρωπότητα, η οποία φαίνεται, τελικά, να είναι ανόητη. Οι πορείες φοιτητών και ακτιβιστών στη Γλασκόβη ενάντια σε αυτή τη μυωπική προσέγγιση είναι σημαντικές, αλλά δεν καταφέρνουν να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις να αλλάξουν πορεία.

Το πρόβλημα είναι ότι τα ισχυρά εταιρικά συμφέροντα είναι σαφώς συνυφασμένα με την πολιτική ηγεσία. Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, και ειδικά στον Παγκόσμιο Βορρά, πρέπει να γίνουν πολύ πιο δυναμικοί, επιμένοντας σε ουσιαστική δράση για το κλίμα και μια πραγματική αλλαγή στην οικονομική στρατηγική, η οποία θα έχει απήχηση και εκτός των εθνικών συνόρων. Μόνο αυτό μπορεί να δώσει ένα τέλος στην πράσινη υποκρισία του πλούσιου κόσμου και να μας σώσει από την κατάσταση αυτή.

The Rich World's Climate Hypocrisy by Jayati Ghosh - Project Syndicate
Η υποκρισία του πλούσιου κόσμου για το κλίμα |
« Last Edit: 20 Nov, 2021, 14:10:22 by wings »


Search Tools