Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => Greek monolingual forum => Topic started by: spiros on 13 Feb, 2021, 12:15:40

Title: μητριάρχης, μητριάρχις, μητριάρχισσα;
Post by: spiros on 13 Feb, 2021, 12:15:40
μητριάρχης, μητριάρχις, μητριάρχισσα;

Ως απόδοση του matriarch. Δεν το βρίσκω στα μεγάλα μονόγλωσσα.

μητριαρχικός -ή -ό [mitriarxikós] Ε1 : που αναφέρεται στη μητριαρχία· (πρβ. πατριαρχικός): Mητριαρχική κοινωνία. [λόγ. μητριαρχ(ία) -ικός μτφρδ. γαλλ. matriarcal]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

Catalan: matriarca; Chinese Mandarin: 女家長, 女家长; Danish: matriark; Dutch: aartsmoeder, matriarch; Esperanto: matriarko; Faroese: ættarmóðir; Finnish: matriarkka; French: matriarche; German: Matriarchin; Indonesian: matriark; Irish: matrarc; Japanese: 女家長; Navajo: amá; Norwegian Bokmål: matriark or; Nynorsk: matriark; Portuguese: matriarca; Russian: родонача́льница, матриа́рх; Scottish Gaelic: àrd-mhàthair; Spanish: matriarca; Swedish: matriark; Turkish: anaerki