prompt → προτροπή, ερώτηση, εμφάνιση μηνύματος, οδηγίες, γραμμή εντολών, ζητείται, να ερωτούμαι, να ερωτηθώ

spiros · 2 · 1196

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824372
    • Gender:Male
  • point d’amour
"Close the active window and prompt to save the documents",,"Κλείσιμο του ενεργού παραθύρου και ερώτηση για αποθήκευση των εγγράφων",,"TXT",,"Windows","Fax Server "

"Prompt me each time to choose an action",,"Να ερωτηθώ κάθε φορά για το ποια ενέργεια θα γίνει",,"RDB",,"Windows","Internet Explorer 6"

"Prompt me to save passwords",,"Εμφάνιση μηνύματος για την αποθήκευση των κωδικών",,"CHK",,"Windows","Internet Explorer 6"

"Script Prompt:",,"Γραμμή εντολών δέσμης ενεργειών:",,"TXB",,"Windows","Internet Explorer 6"

"You will be prompted for your password when you connect to the FTP server.",,"Θα σας ζητηθεί ο κωδικός πρόσβασής σας όταν συνδεθείτε με το διακομιστή FTP.",,"TXB",,"Windows","Internet Explorer 6"

ρμ. παρακινώ, εξωθώ, παροτρύνω, εμπνέω, υπαγορεύω, υπενθυμίζω, υποβάλλω λησμονηθείσα λέξη ή φράση σε <ηθοποιό>, κάνω τον υποβολέα, ουσ. υποβολή, υπαγόρευση <σε ηθοποιό>, υπενθύμιση, (εμπ.) προθεσμία εξόφλησης λογαριασμού, prompt note σημείωμα αναγράφον προθεσμία εξόφλησης λογαριασμού, υπόμνηση, prompt side πλευρά σκηνής δεξιά των ηθοποιών, επ. ταχύς, γοργός, γρήγορος και πρόθυμος, άμεσος, στιγμιαίος, (εμπ.) άμεση <παράδοση>
Penguin Hellenews English-Greek dictionary

noun
1 υποβολή (the act of prompting or giving a cue): prompt copy Κείμενο υποβολέα prompt box Υποβολείο
2 υπόμνηση (a reminder or cue)
3 commerce προθεσμία (the time limit for the payment of an account, stated on a prompt-note)
4 computers ‘νεύμα’ , informal κέρσορας (an indication or sign on a VDU screen to show that the system is waiting for input)
adjective
1 άμεσ|ος|η|ο , ακαθυστέρητ|ος|η|ο , informal σούμπιτ|ος|η|ο (done, performed, delivered, etc, at once or without delay): prompt reply Άμεση απάντηση I took prompt action Ενήργησα ακαθυστέρητα
2 ‘έτοιμ|ος|η|ο’ (quick or alert): prompt to take offense Έτοιμος να παρεξηγηθεί
3 (χρονικά) συνεπ|ής|ές , ακριβ|ής|ές (being on time; punctual): He's very prompt Είναι πολύ ακριβής στην ώρα του
adverb United Kingdom ακριβώς , informal απίκο (punctually): At ten o'clock prompt Στις δέκα η ώρα ακριβώς
verb transitive
1 ‘ωθώ’ , προτρέπω (to incite; urge): I prompted them to action Τους προέτρεψα να δράσουνWhat prompted him to react so violently? Τι τον ώθησε να αντιδράσει τόσο βίαια;
2 υπενθυμίζω κείμενο , υποβάλλω , υπαγορεύω (to supply a forgotten word, sentence, etc, to (an actor, reciter, etc): The actor forgot his line and had to be prompted Ο ηθοποιός ξέχασε την ατάκα του και χρειάστηκε υπενθύμηση του υποβολέα
3 ‘βοηθώ’ (to assist [a hesitating speaker] with a suggestion)
Magenta English-Greek dictionary for English Speakers
« Last Edit: 20 Jul, 2018, 15:29:57 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72550
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Πολύ σωστές είναι όλες οι εκδοχές που αναφέρεις.
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)



 

Search Tools