οικογενειακή μερίδα → part familiale

socratisv

  • Moderator
  • Sr. Member
  • *****
    • Posts: 721
    • Gender:Male
μερίδα η [meríδa] O26 : 1α. ορισμένη ποσότητα φαγητού και γενικότερα κάθε φαγώσιμου: Mικρή / μεγάλη / χορταστική ~. Δύο μερίδες μελιτζάνες. ΦP μισή ~, κοροϊδευτικά για άνθρωπο μικροκαμωμένο: Για μισή ~ τον περνάς; β. τμήμα που αποχωρίζεται από ένα σύνολο για να δοθεί σε ένα άτομο· μερτικό, μερίδιο: Πήραν όλοι τη ~ τους από τα κέρδη. ΦP η ~ του λέοντος*. 2. τμήμα ενός συνόλου: Mια ~ του τύπου επιτέθηκε προσωπικά στον υπουργό εξωτερικών. || για τα πολιτικά κόμματα στην αρχαία Eλλάδα: H ~ των ολιγαρχικών / των αριστοκρατικών. || Oικογενειακή ~, η επίσημη εγγραφή της οικογένειας στο δημοτολόγιο ορισμένου δήμου ή κοινότητας. 3. (λογιστ.) ειδικός λογαριασμός που αφορά ένα πρόσωπο ή ένα ορισμένο είδος εμπορεύματος: Kαταχωρίζω κτ. στη ~ κάποιου. Tα χρέωσα στη ~ σου. [λόγ. < αρχ. μερίς, αιτ. -ίδα]

ΛΚΝ

Σε κείμενα της ΕΕ, το βρήκα ως livret de famille.
1. Δανία
όπως αυτό καθορίστηκε και καταχωρίστηκε στη Δανία, και να το εγγράψει στην οικογενειακή μερίδα τους που ανοίχθηκε στο εν λόγω ληξιαρχείο.
 tel que déterminé et enregistré au Danemark, et de l’inscrire dans le livret de famille ouvert pour eux auprès dudit service.

Η διαφορά έγκειται στο ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποιο δελτίο ή βιβλιάριο με όλες τις μεταβολές: ο πολίτης μπορεί να αιτηθεί την έκδοση αντιγράφου της εγγραφής (ή μέρους της εγγραφής) που υπάρχει στο δημοτολόγιο του δήμου ή της κοινότητάς του. Έτσι, ενώ σε άλλες χώρες η τήρηση της μερίδας είναι διπλή (βιβλιάριο/δελτίο με το σύνολο των μεταβολών, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του ενδιαφερομένου + τήρηση σχετικού αρχείου στο Δήμο/Κοινότητα), στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποιο δελτίο η βιβλιάριο
Oculi plus vident quam oculus


 

Search Tools