Translation blunder: bitch (απευθυνόμενο σε άντρα) → σκύλα


  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 827335
    • Gender:Male
  • point d’amour
Translation blunder: bitch (απευθυνόμενο σε άντρα) → σκύλα

Είναι τόσο συχνή η απόδοση ως «σκύλα» σε υπότιτλους (τελευταία το έχω φάει στη μάπα στο Breaking Bad που δείχνει το Netflix) που με αναγκάζει να το αναφέρω.

Η λέξη «bitch», ούτε σημαίνει αποκλειστικά σκύλα, ούτε είναι λέξη που έχει να κάνει αποκλειστικά με γυναίκες, ούτε είναι ντε και καλά υποτιμητική, λειτουργεί μάλιστα και ως οιονεί λεκτικό στοιχείο πλήρωσης (filler).

Στα ελληνικά, θα μπορούσε να πει κανείς: μαλάκα, μωρέ μαλάκα, μαλάκα μου, ρε μαλάκα, παλιομαλάκα, σκατομαλάκα, μαλακιστήρι, παπάρα, καριόλη, παλιοκαριόλη, αρχίδι, φίλε, φιλάρα, δικέ μου, μάγκα.

Ακολουθούν παραδείγματα από το Breaking Bad:

Do you got a problem with us, bitch?

I told you not to cook my formula, and you went ahead and did it anyway.
'Cause I never said I wouldn't cook it 'cause it ain't yours. It's ours. Plural, bitch.
You did not have my permission.

Just try and stop me, bitch.

-You miserable little smackhead. Get the hell out!
-Hey, l pay my rent, bitch!

Your imbecility being what it is, I should've known to say: "Jesse, don't leave the keys in the ignition the entire two days."
I wanted to leave them on the counter, bitch.

(vulgar, offensive) A despicable or disagreeable, aggressive person, usually a woman. [from 15th c.]
(vulgar, offensive) A man considered weak, effeminate, timid or pathetic in some way
(humorous, vulgar, colloquial, used with a possessive pronoun) Friend. [from the 20th c]
What’s up, my bitch?
How my bitches been doin'?

an object or person, irrespective of gender.
(a) (UK/W.I.) a general derog. term for a man.
(d) (W.I./UK/US black teen) a person, neither necessarily negative nor aimed solely at women, nor used solely by men.

bitch → σκύλα, θηλυκιά αλεπού, θηλυκό κυνοειδές, λύκαινα, πόρνη, μέγαιρα, παλιοθήλυκο, κακιά, στρίγκλα, λάμια, στριμμένη, στρίντζω, παλιοχαρακτήρας, άτιμη, σπαστικιά, τσούλα, λυσσάρα, κακεντρεχής γυναίκα, σιχαμένη, τέρας, κακίστρα, παλιογύναικο, παλιογύναιο, παλιογυναίκα, βρωμογύναικο, βρομογύναικο, μωρή, κοπρίτης, μανίκι, πακέτο, ζόρι, παλούκι, στριμούρα, στρίμωγμα, δύσκολο, ιστορία, πίκρα, πίκρα, δύσκολη φάση, δύσκολη κατάσταση, δύσκολο πρόβλημα, άτιμο πράγμα, παθητικός σε σχέση, παθητική σε σχέση, τα πρήζω, γκρινιάζω, κουτσομπολεύω, κατινιάζω, κατινιάζομαι, ξεκατινιάζομαι, τα θαλασσώνω
« Last Edit: 16 Jul, 2020, 21:17:28 by spiros »


Search Tools