flatbread → πιτόψωμο, πίτα, λαγάνα, άζυμος άρτος, φρυγανιά σικάλεως, παξιμάδι σικάλεως

kupirijo

  • Newbie
  • *
    • Posts: 82
    • Gender:Male
πιστεύω αποδίδει την αγγλική έννοια σε ικανοποιητικό βαθμό

flatbread
crispbread
any of various kinds of unleavened bread
flatbread - Wiktionary
« Last Edit: 22 Jul, 2021, 15:17:24 by spiros »


 

Search Tools