Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => Greek monolingual forum => Topic started by: spiros on 07 Dec, 2020, 10:42:44

Title: φάρσα: δευτερεύουσα έννοια στη μαγειρική ως γέμιση (δεν υπάρχει στα γενικά λεξικά)
Post by: spiros on 07 Dec, 2020, 10:42:44
φάρσα: δευτερεύουσα έννοια ως γέμιση (δεν υπάρχει στα γενικά λεξικά)

Στα αρχαία ἀλλᾶς (https://lsj.gr/wiki/%E1%BC%80%CE%BB%CE%BB%E1%BE%B6%CF%82)

φάρσα (η) {χωρ. γεν. πληθ.}
1. κωμικό θεατρικό έργο που χαρακτηρίζεται από τη γρήγορη εναλλαγή απρόοπτων κωμικών παρεξηγήσεων
2. το να ξεγελάσει ή να φέρει σκόπιμα σε αμηχανία κανείς κάποιον, με σκοπό να προκαλέσει με παιγνιώδη διάθεση το γέλιο των άλλων: κάνω | σκαρώνω ~ σε κάποιον || αθώα | κακόγουστη | τηλεφωνική | πρωταπριλιάτικη ~. — φαρσικός, -ή, -ό.
[ΕΤΥΜ. < ιταλ. farsa < γαλλ. farce, αρχική σημ. «κωμικό επεισόδιο που παρεμβαλλόταν ως ιντερμέδιο στα θρησκευτικά δράματα», < ρ. farcir < λατ. farcire «πληρώ, γεμίζω»].
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

φάρσα ή φαρς (farce)
Όρος που χρησιμοποιείται για τη γέμιση ή για τροφές που περιέχουν γέμιση.
Λεξικό όρων - Cooklos.gr (https://www.cooklos.gr/lexiko-oron)

Φάρσα
Είναι η παρασκευή μιας γέμισης για λαχανικά, κρεατικά, πίτες, θαλασσινά.
Το λεξικό της κουζίνας - Συνταγές Μαγειρικής με νου (http://www.xn-----b9bikb2cdhu8aejmm.gr/%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CF%82/%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CF%82.html)

Αν θέλουμε μπορούμε να προσθέσουμε στη φάρσα και διάφορα αποξηραμένα φρούτα της αρεσκείας μας αφού πριν τα μαλακώσουμε σε λίγο καυτό νερό για 2-3 λεπτά ή σε κονιάκ για 10 λεπτά.
Γρήγορο στρούντελ με μήλα και αχλάδια | in.gr (https://www.in.gr/2020/12/05/life/geysi/grigoro-strountel-mila-kai-axladia/)

farce
To stuff with forcemeat.

(figurative) To fill full; to stuff
farce - Wiktionary (https://en.wiktionary.org/wiki/farce#English)