Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => Greek monolingual forum => Topic started by: spiros on 09 Sep, 2021, 15:42:38

Title: παραπλανάμαι; → παραπλανιέμαι, παραπλανώμαι, υφίσταμαι παραπλάνηση (παθητική του παραπλανώ)
Post by: spiros on 09 Sep, 2021, 15:42:38
παραπλανάμαι; → παραπλανιέμαι, παραπλανώμαι

Παθητική

παραπλανιέμαι
παραπλανώμαι (κ. λόγ.)   
παραπλανιέσαι
παραπλανάσαι (κ. λόγ.)   
παραπλανιέται
παραπλανάται (κ. λόγ.)   
παραπλανιόμαστε   παραπλανώμεθα (λόγ.)
παραπλανιέστε
παραπλανιόσαστε (προφ.)   παραπλανάσθε (λόγ.)
παραπλανιούνται
παραπλανώνται (κ. λόγ.)
παραπλανιόνται (προφ.)   

Ενεργητική

παραπλανώ   
παραπλανάς   
παραπλανά   
παραπλανούμε   παραπλανώμεν (λόγ.)
παραπλανάτε   
παραπλανούν   παραπλανώσι / παραπλανώσιν (λόγ.)