Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => Greek monolingual forum => Topic started by: spiros on 28 Mar, 2020, 19:59:34

Title: υγειονομικός (αναδυόμενη χρήση ως εργαζόμενος στον κλάδο της υγείας)
Post by: spiros on 28 Mar, 2020, 19:59:34
υγειονομικός (αναδυόμενη χρήση ως εργαζόμενος στον κλάδο της υγείας)
υγειονομικοί

Βλέπω τελευταία να παίζει πολύ αυτή η νέα σημασία όπου περιλαμβάνονται ιατροί, νοσοκόμες και ευρύτερο προσωπικό του κλάδου υγείας, δηλαδή κάτι αντίστοιχο του λειτουργοί υγείας/επαγγελματίες της υγείας (healthcare workers).

Από την άλλη, παραμένουν οι μεγάλες ελλείψεις που υπάρχουν στα νοσοκομεία, στα Κέντρα Υγείας και στα ιατρεία των νησιών, σε ό,τι αφορά τη στελέχωσή τους και τον εξοπλισμό τους. Οι κυβερνητικές εξαγγελίες για προσλήψεις υγειονομικών δεν έχουν κανένα αντίκρισμα στα νησιά του Αιγαίου.
https://www.in.gr/2020/03/31/greece/koronaios-aprostateyta-ta-nisia-kyvernitiko-sxedio-se-periptosi-diasporas/

«Αυτή τη στιγμή οι περισσότεροι που κινδυνεύουν από αυτόν τον ιό είναι οι υγειονομικοί στην πρώτη γραμμή, οι οποίοι εκτίθενται στον ιό κάθε δευτερόλεπτο της κάθε ημέρας. Η σκέψη ότι δεν έχουν μάσκες είναι τρομακτική».
https://www.in.gr/2020/04/01/health/health-news/koronaios-ti-pragmatika-isxyei-gia-tis-prostateytikes-maskes/

υγειονομικός -ή -ό [ijionomikós] Ε1 : 1. που έχει σχέση με ό,τι αφορά τη δημόσια υγεία: Υγειονομική Υπηρεσία. Υγειονομική επιτροπή. υγειονομικός έλεγχος. Υγειονομικά μέτρα. Υγειονομική ταφή των απορριμμάτων. Υγειονομική κάθαρση, καραντίνα. υγειονομικός υπάλληλος. Υγειονομικό συμβούλιο. 2. (ως ουσ.) α. το υγειονομικό: α1. η υγειονομική υπηρεσία. α2. το υγειονομικό σώμα στρατού: Στρατιώτης Υγειονομικού. β. ο υγειονομικός, ο υπάλληλος της υγειονομικής υπηρεσίας: Απεργία των υγειονομικών.
[λόγ. υγειονόμ(ος) -ικός]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

υγειονομικός, -ή.-ό 1. αυτός που σχετίζεται με την υγειονομία: υγειονομική εξέταση / υγειονομικό κέντρο / υγειονομικός έλεγχος / υγειονομική μονάδα / υγειονομική φροντίδα / υγειονομική περίθαλψη / υγειονομικό σώμα / υγειονομική επιτροπή / υγειονομική υπηρεσία φρ. (α) υγειονομική ταφή (για απορρίμματα) η αναερόβια ταφή απορριμάτων (τρόπος ταφής που διασφαλίζει τη δημόσια υγεία) (β) υγειονομική ζώνη βλ. λ. ζώνη 2. υγειονομικός (ο) ο υπάλληλος τής υγειονομίας
υγειονόμος
(ο/η) [1856] ο προϊστάμενος υγειονομικής υπηρεσίας
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη
Title: υγειονομικός (αναδυόμενη χρήση ως εργαζόμενος στον κλάδο της υγείας)
Post by: spiros on 08 Apr, 2020, 18:31:29
Και πολλαπλές αναφορές σε υγειονομικούς τώρα από τον Τσιόδρα.
Title: υγειονομικός (αναδυόμενη χρήση ως εργαζόμενος στον κλάδο της υγείας)
Post by: wings on 08 Apr, 2020, 18:32:48
Ναι, το αναφέρουν συχνά αυτές τις μέρες.