χρεοστάσιο → debt moratorium, moratorium

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824746
    • Gender:Male
  • point d’amour
χρεοστάσιο → debt moratorium, moratorium

https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=128630.0

A debt moratorium is a delay in the payment of debts or obligations. The term is generally used to refer to acts by national governments. A moratory law is usually passed in some special period of political or commercial stress; for instance, on several occasions during the Franco-Prussian War, the French government passed moratory laws. Their international validity was discussed at length, and upheld in the English law case Rouquette v Overman (1875) LR 10 QB. Debt moratoriums are generally opposed by creditors.
https://en.wikipedia.org/wiki/Debt_moratorium

Γενικό χρεοστάσιο, που θεσπίζεται από την κυβέρνηση είτε της χώρας του χρεώστη είτε τρίτης χώρας μέσω της οποίας θα πραγματοποιηθεί πληρωμή στο πλαίσιο της δανειακής σύμβασης ή της εμπορικής σύμβασης.

General moratorium decreed either by the government of the country of the debtor, or by that of a third country through which payment in respect of the loan agreement or the commercial contract is to be effected.
http://eur-lex.europa.eu/Notice.do?mode=dbl&lang=en&ihmlang=en&lng1=en,el&lng2=bg,cs,da,de,el,en,es,et,fi,fr,hu,it,lt,lv,mt,nl,pl,pt,ro,sk,sl,sv,&val=226498:cs&page=

Χρεοστάσιο. Ο όρος είναι γνωστός από την εποχή του Ιουστινιανού, όταν για πρώτη φορά χορήγησε στον οφειλέτη το δικαίωμα να ζητήσει από τον αυτοκράτορα, ν' ανασταλεί η υποχρέωση να πληρώσει τα χρέη του, για πέντε χρόνια. Αυτό γινόταν αν συμφωνούσε η πλειοψηφία από τους δανειστές κι ο οφειλέτης έδινε εγγύηση. Το χρεοστάσιο δεν ισχύει ως θεσμός σήμερα. Μόνο σ' εξαιρετικές περιπτώσεις (εμπόλεμη περίοδος ή ανώμαλη εσωτερικά κατάσταση) αναστέλλεται η πληρωμή των χρεών, προσωρινά, καθώς κι η εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων δικαιοστάσιο ή δικοστάσιο).
http://www.livepedia.gr/index.php/%CE%A7%CF%81%CE%B5%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF

χρεοστάσιο το [xreostásio] Ο40 : (νομ.) προσωρινή αναβολή της πληρωμής χρεών ή της δίωξης γι΄ αυτά: Tο κράτος κήρυξε χρεοστάσιο.
[λόγ. χρέ(ος) -ο- + -στάσιον]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

χρεωστάσιο και χρεοστάσιο, το, Ν· (νομ.-οικον.) η με νόμο αναστολή τής πληρωμής χρεών ή τής ποινικής δίωξης για χρέη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρέος* / χρέως + -στάσιο*. Η λ., στον λόγιο τ. χρεωστάσιον, μαρτυρείται από το 1893 στην εφημερίδα Άστυ].
Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας

χρεοστάσιο (το) ουσ.  (Κ χρεοστάσιον) αναστολή της πληρωμής χρεών ή της δίωξης για χρέη
Μείζον ελληνικό λεξικό - Τεγόπουλος-Φυτράκης

μορατόριουμ το [moratórium] Ο (άκλ.) : 1. προσωρινή αναστολή ενεργειών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ δύο χωρών, ύστερα από συμφωνία μεταξύ τους: ~ πτήσεων πολεμικών αεροσκαφών πάνω από την Kύπρο. || (επέκτ.): ~ ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση όσον αφορά τα εθνικά θέματα. 2. το δικαιοστάσιο.
[λόγ. < νλατ. moratorium (λατ. moratorius `που καθυστερεί κτ.΄)]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

Στην επισήμανση ότι ενδεχόμενη εθελοντική παράταση του προγράμματος αποπληρωμής των ελληνικών ομολόγων θα θεωρηθεί χρεοστάσιο από τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης προχωρούν οι Financial Times σε άρθρο της Τρίτης. Σύμφωνα με την βρετανική εφημερίδα, από την άποψη των επενδυτών η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή παρά να κηρύξει στάση πληρωμών εξαιτίας της επικίνδυνης δημοσιονομικής της κατάστασης, καθώς τα προβλήματα της Αθήνας μοιάζουν ανυπέρβλητα.
http://news.in.gr/economy/article/?aid=1231111100

« Last Edit: 31 May, 2011, 10:37:39 by spiros »


 

Search Tools