generalisation → γενίκευση, γενικό συμπέρασμα, γενικότητα

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 827307
    • Gender:Male
  • point d’amour
generalised
generalized → γενικευμένος, γενικευμένη, γενικευμένο
generalize → γενικεύω
generalise
generalization
generalisation → γενίκευση


 

Search Tools