long clause

Dunadan

  • Newbie
  • *
    • Posts: 37
    • Gender:Male
Καλησπέρα,

Έχουμε ένα κείμενο εμπορικής ορολογίας (εμπορικό δίκαιο) και κάπου εκεί κρύβεται ένα Long Clause που θα έλεγε και ο Bob Ross.
Πως θα το μεταφράζατε ;

Μακροπρόθεσμη ρήτρα ;
Ρήτρα μεγάλης διάρκειας ή κάτι τέτοιο;

Ή απλώς πλήρης ρήτρα;
Πλήρης ανάλυση ρήτρας;

« Last Edit: 24 Jul, 2022, 19:12:13 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836625
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ποιος είναι ο ορισμός/συγκείμενο; Δεν βλέπω κάποιο όρο long clause. Μήπως απλά σχοινοτενής, εκτενής, μακροσκελής;

While several items mentioned in this rather long review clause do indeed merit consideration, it appeared appropriate to discuss the whole amendment within an overall ‘package’ on the material content and scope of the regulation.
Παρότι αρκετά θέματα που περιλαμβάνονται στην εν λόγω μακρά ρήτρα επανεξέτασης όντως χρειάζονται επανεξέταση, φάνηκε σκόπιμο να συζητηθεί η συνολική τροπολογία στο πλαίσιο συνολικής «δέσμης» ως προς το υλικό περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
Linguee | English-Greek dictionary
« Last Edit: 24 Jul, 2022, 19:17:07 by spiros »



Dunadan

  • Newbie
  • *
    • Posts: 37
    • Gender:Male
Αρχικά υπέθεσα ότι αναφέρεται σε διάρκεια, κάτι σαν extension clause ή agreement. Συνεχίζοντας λίγο το κείμενο και την έρευνα βρήκα και τον όρο long-form clause ή agreement.


What is a long-form agreement?
The long-form confirmation lists the commercial terms of a transaction that would usually be found in a transaction confirmation, in addition to relationship terms that would typically be found in an ISDA Schedule, such as additional termination events (ATEs) and events of default.



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 836625
    • Gender:Male
  • point d’amour
en
"long form" audit report     
el
εκτενής έκθεση ελέγχου
iate

en
trading for own account or account of customers in all forms of security (short and long-term)     
el
συναλλαγές τίτλων όλων των μορφών (βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων) για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό πελατών
iate

(advertising, of a television advertisement) Running for a relatively long time, typically more than two minutes.
(journalism, broadcasting) Longer and more detailed than is normal.
a longform article; a longform news broadcast
longform - Wiktionary



 

Search Tools