στρουφίζω → στρέφω, στρίβω, στριφογυρίζω, τυλίγω, αλλάζω γνώμη

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 833950
    • Gender:Male
  • point d’amour
στρουφίζω → στρέφω, στρίβω, στριφογυρίζω, τυλίγω, αλλάζω γνώμη
στρουφίξω, στρουφιγμένος
Στρουφίζω τι σημαίνει - ΚΡΗΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ | kritikoi.com

Στα κρητικά σκιουφίζω (εξ ου και σκιουφιχτά) σημαίνει στρουφίζω, δηλαδή στρίβω.
Τι ειναι σιουφιχτά; στριφτά
« Last Edit: 03 Apr, 2022, 13:49:22 by spiros »


 

Search Tools