manboy → ανώριμο άτομο, ανώριμο αγοράκι, αγοράκι, ανώριμο παιδάκι, ανθρωπάκι

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 834278
    • Gender:Male
  • point d’amour
manboy → ανώριμο άτομο, ανώριμο αγοράκι, αγοράκι, ανθρωπάκι

An emotionally immature man.
manchild
manboy - Wiktionary


 

Search Tools