πουλέν → protégé, young talent, talented young player

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 835134
    • Gender:Male
  • point d’amour
πουλέν → young talent, newb, newbie, newcomer, noob, novice, whizz-kid

πουλέν το [pulén] Ο (άκλ.) : χαρακτηρισμός για νεαρό άτομο που βρίσκεται στην αρχή της καριέρας του και που προωθείται, υποστηρίζεται από κάποιο πρόσωπο με πείρα και επιρροή: Ο προπονητής οργάνωσε έναν αγώνα πυγμαχίας για το πουλέν  του
— Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

πουλέν - SLANG.gr


 

Search Tools