πιστολιάζω → crap out, stand up, stand someone up, jilt, be a no-show

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 835132
    • Gender:Male
  • point d’amour
πιστολιάζω crap out

πιστολιάζω: ακυρώνω κάτι που έχω κανονίσει ξαφνικά, συχνά χωρίς προειδοποίηση.
Ένα σύντομο λεξικό της ελληνικής εφηβικής slang

Αρνούμαι πρόταση. Συνώνυμα: ρίχνω χυλόπιτα.
Δεν πληρώνω λογαριασμό. Συνώνυμα: αφήνω πιστόλι.
Φεύγω ακριβώς στην ώρα μου στο τέλος της εργασιακής ημέρας. Παρομοιάζει δρομείς στίβου που ξεκινούν με το άκουσμα του πιστολιού.
πιστολιάζω - SLANG.gr
πιστολιάζω - SLANG.gr

(gambling) To lose a game of craps by rolling a seven.
(slang) To abandon an endeavour or project.
(of a machine) To fail; to stop working.
Darn, my car crapped out.
(US, military, slang, intransitive) To idle or mess around.
crap out - Wiktionary
no-show - Wiktionary


 

Search Tools