keep on an even keel -> κρατάω σταθερά το τιμόνι, κρατάω γερά το τιμόνι, κάνω καλό κουμάντο, κουμαντάρω καλά, κάνω γερό κουμάντο, κρατάω την ψυχραιμία μου, παραμένω ψύχραιμος, δεν χάνω την ψυχραιμία μου, δεν ταράζομαι, δεν μασάω, δεν τα χάνω, διατηρώ χωρίς να διαταράσσεται

dominotheory

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2059
keep on an even keel -> κρατάω σταθερά το τιμόνι, κρατάω γερά το τιμόνι, κάνω καλό κουμάντο, κουμαντάρω καλά, κάνω γερό κουμάντο, κρατάω την ψυχραιμία μου, παραμένω ψύχραιμος, δεν χάνω την ψυχραιμία μου, δεν ταράζομαι, δεν μασάω, δεν τα χάνω

keep something on an even keel
to keep something in a steady and untroubled state. The manager cannot keep the firm on an even keel any longer. When the workers are unhappy, it is difficult to keep the factory on an even keel.

keep on an even keel
Fig. to remain cool and calm. (Originally nautical.) If Jane can keep on an even keel and not panic, she will be all right. Try to keep on an even keel and not get upset so easily.

on an even keel
calm and not likely to change suddenly My main priority is to keep my life on an even keel for the sake of my two boys.
Keel - Idioms by The Free Dictionary

Λέμε ότι κάποιος «δε μασάει» όταν αντεπεξέρχεται στις δυσκολίες και τα καταφέρνει.
μασάω - SLANG.gr

γερό κουμάντο

« Last Edit: 25 Oct, 2015, 09:55:42 by spiros »




 

Search Tools