της υπομονής -> slow, dead slow, slow as fuck, you need to arm yourself with patience, patient, forbearing, tolerant, even-tempered, takes a long time, requires patience

P0waN

  • Newbie
  • *
    • Posts: 53
"της υπομονής" αντίστοιχη έκφραση στα αγγλικά;
« Last Edit: 30 Jan, 2021, 12:34:39 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 818133
    • Gender:Male
  • point d’amour
slow, slow as fuck, dead fuck, you need to arm yourself with patience, patient, forbearing, tolerant, even-tempered
« Last Edit: 30 Jan, 2021, 12:22:35 by spiros »




spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 818133
    • Gender:Male
  • point d’amour
υπομονή η [ipomoní] Ο29 : 1.η ιδιότητα εκείνου που μπορεί να περιμένει, χωρίς να βιάζεται, διατηρώντας την ηρεμία του: Εξαντλήθηκε η ~ μου / έχασα την ~ μου να τον περιμένω τόση ώρα κι έφυγα. Ο γονιός / ο δάσκαλος πρέπει να έχει ~ με τα παιδιά. Aγωνίστηκε με επιμονή και ~ για να πετύχει. H ~ έχει και τα όριά της. || το χάρισμα που έχει κάποιος να υπομένει, να ανέχεται δυσβάσταχτες ή απλώς δυσάρεστες καταστάσεις: Πώς κάνει ~ μαζί του τόσα χρόνια! Tα δέχεται όλα με ~. Γαϊδουρινή ~, πάρα πολύ μεγάλη. (έκφρ.) ιώβεια* ~. ΦΡ χαρά* στην ~ του! 2. η ιδιότητα εκείνου ο οποίος ασχολείται με κτ. μακρόπνοο, λεπτομερές και κουραστικό χωρίς να αποθαρρύνεται: Θαυμάζω την ~ του καλλιτέχνη που έφτιαξε αυτό το ψηφιδωτό. Έργο υπομονής, που απαιτεί την παραπάνω ιδιότητα. (έκφρ.) κάποιος / κτ. είναι της υπομονής, για κπ. ή για κτ. που είναι πολύ αργό.
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

υπομονή, η,
ουσ. [<αρχ. ὑπομονή], η υπομονή. (Ακολουθούν 16 φρ.)·
γαϊδουρινή υπομονή, η πολύ μεγάλη υπομονή: «όσο και να τον βρίζεις δεν αντιδρά, γιατί έχει γαϊδουρινή υπομονή»·
είναι τέρας υπομονής, βλ. λ. τέρας·
είναι της υπομονής (κάποιος ή κάτι), α. (για πρόσωπα) υπομένει πάρα πολύ: «όσο και να τον βρίσεις δε λέει τίποτα, γιατί είναι της υπομονής || του αναθέτω πάντα την πιο βαριά δουλειά, γιατί είναι της υπομονής». β. (για υποθέσεις ή πράγματα) χρειάζεται μεγάλη υπομονή, γιατί απαιτείται πολύς χρόνος για την ολοκλήρωσή του: «και οι δυο πλευρές είναι αμετακίνητες στις θέσεις, γι' αυτό προβλέπεται ότι οι συνομιλίες θα είναι της υπομονής || το λεξικό που κρατάτε στα χέρια σας ήταν ένα βιβλίο της υπομονής,γιατί η συγγραφή του κράτησε κοντά σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια» ·
έσπασε η υπομονή μου, απηύδησα: «έσπασε η υπομονή μου μ' αυτή την γκρίνια σου». (Λαϊκό τραγούδι: δεν αντέχω άλλο πλέον έσπασ' η υπομονή, κουρασμένο το κορμί μου μέχρι πότε θα πονεί
έχει ιώβεια υπομονή, έχει πολύ μεγάλη υπομονή: «περνάει πολύ δύσκολα στη ζωή του και οι αναποδιές έρχονται η μια πίσω απ' την άλλη, αλλά αντέχει, γιατί έχει ιώβεια υπομονή». Αναφορά στην Π. Διαθήκη και στη δοκιμασία του Ιώβ από το Θεό·
έχει υπομονή γαϊδάρου, έχει πολύ μεγάλη υπομονή, μπορεί να υπομένει πολλά: «ακούει χίλια δυο να λέγονται σε βάρος του, αλλά έχει υπομονή γαϊδάρου και δε λέει τίποτα»·
έχει υπομονή καμήλας, βλ. φρ. έχει υπομονή γαϊδάρου·
– έχει υπομονή μυρμηγκιού, βλ. λ. μυρμήγκι·
– κάνει υπομονή γαϊδάρου, κάνει πολύ μεγάλη υπομονή, υπομένει πολλά: «μέχρι τώρα κάνει υπομονή γαϊδάρου, αλλά, όταν ξεσπάσει, θα μας πάρει όλους και θα μας σηκώσει!»·
– κάνει υπομονή καμήλας, βλ. φρ. κάνει υπομονή γαϊδάρου·
– κάνω υπομονή, υπομένω: «λέει ένα σωρό βλακείες, αλλά κάνω υπομονή, για να μη μαλώσουμε». (Λαϊκό τραγούδι: δεν κάνω πια υπομονή,τώρα σου δίνω το πανί, πάρε το μπογαλάκι σου, τράβα στο τσαντιράκι σου
με τον καιρό και την υπομονή, γίνεται το φύλλο της μουριάς μετάξι, βλ. λ. μετάξι·
στα χρόνια της υπομονής, βλ. λ. χρόνος·
υπομονή κάνουν και τα λάστιχα, όμως κάποτε κλατάρουν, ειρωνική απάντηση ή απάντηση δυσφορίας σε κάποιον που για κάποια ατυχία, αποτυχία ή δυσκολία μας συνιστά να κάνουμε υπομονή· 
φτάνω στα όρια της υπομονής μου, βλ. λ. όριο·
χάνω την υπομονή μου, παύω να διατηρώ την ηρεμία μου, την ψυχραιμία μου: «ότι είμαι πολύ υπομονητικός άνθρωπος, είναι γνωστό τοις πάσι, αν φτάσω όμως στο σημείο να χάσω την υπομονή μου, το καλό που σου θέλω, πάψε να μιλάς»·
χαρά στην υπομονή του! βλ. λ. χαρά.
Γεώργιος Κάτος: Λεξικό της λαϊκής​ και της περιθωριακής γλώσσας 
« Last Edit: 31 Jan, 2021, 21:47:27 by spiros »



 

Search Tools