σκάλωμα → fixation, obsession, hobbyhorse, being mad for something, being left high and dry, encountering an obstacle, running into an obstacle, meeting with a problem, getting caught on something, catching on something

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 827045
    • Gender:Male
  • point d’amour
σκάλωμα → fixation, obsession, hobbyhorse, being mad for something, being left high and dry, encountering an obstacle, running into an obstacle, meeting with a problem, getting caught on something, catching on something

κόλλημα → glueing, gluing, sticking, fixation, obsession, soft spot, passion, mad for it

ακατανίκητη, ακράτητη επιθυμία ενασχόλησης με κάτι (έχει φάει σκάλωμα με τη ροκ) πάθος
πρόσκρουση σε εμπόδιο, δυσκολία (σκάλωμα της υπόθεσης στη γραφειοκρατία) σκόνταμμα
για κάτι που, καθώς κινείται, συγκρατείται από κάτι και ακινητοποιείται (σκάλωμα της φούστας στον φράχτη) μάγκωμα
σκάλωμα - Σημαίνει Σημασία Συνώνυμα Λεξικό Αντώνυμα Αντίθετα Ερμηνεία Ορισμός Γνωμικά Παροιμίες Ρητά Φράσεις - Εννοιόλεξο - Lexigram


 

Search Tools