break wind → αερίζομαι, κλάνω, πέρδομαι, την αμολάω, αφήνω πορδή, αφήνω κλανιά, πορδίζω, την αφήνω

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 833910
    • Gender:Male
  • point d’amour



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 833910
    • Gender:Male
  • point d’amour
Indeed, and "αερίζομαι" is the polite expression for fart.
fart = κλάνω, completely different register. You can say "αερίζομαι" at your dinner table with your mum and guests, but not "κλάνω" ;)

«Ἀερίζομαι» σημαίνει ἀποβάλλω ἀέρια διὰ τοῦ πρωκτοῦ, συνώνυμο ἀλλὰ ὄχι ταυτόσημον τοῦ πέρδομαι, κλάνω. Τὸ ὗφος τῆς λέξεως εἶναι οὐδέτερο, ἀχρωμάτιστο. Δὲν ἔχει τὴν σοβαροφάνεια τοῦ πέρδομαι, οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιηθῇ ὅπως τὸ κλάνω· πχ «πάλι ἀερίστηκε ὁ βρωμόκωλος» δὲν στέκει. Χρησιμοποιεῖται στὰ νοσοκομεῖα γιὰ νὰ ἀποφεύγεται κυρίως ἡ ἀμηχανία τῶν ἀσθενῶν, ποὺ ψάχνουν ἕνα κόσμιο τρόπο γιὰ νὰ ποῦν στὸ προσωπικὸ ὅτι τὸ ἔντερο δούλεψε. Τὸ πέρδομαι παρουσιάζει καὶ γραμματικὲς δυσχέρειες.
Ορισμοί για: αερίζομαι - slang.gr

https://en.wiktionary.org/wiki/%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9
https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

αερίζω ρ. μετβ. {αέρισ-α, -τηκα, -μένος} 1. εκθέτω (κάτι) στον αέρα:
κάθε πρωί να αερίζεις τα σεντόνια || πρέπει να σκαλίσετε, για ν' αεριστεί το χώμα και ν' ανασάνουν οι ρίζες 2. ανανεώνω τον αέρα (κλειστού χώρου), εξαερίζω: άνοιξα το παράθυρο, για ν' αεριστεί το δωμάτιο από την κλεισούρα· (μεσοπαθ. αερίζομαι) 3. βγαίνω σε ανοιχτό χώρο, για να πάρω αέρα 4. δημιουργώ (με κάτι) αέρα, για να ανακουφιστώ από τη ζέστη ή από συναισθηματική σύγχυση: είναι συνεχώς με μια βεντάλια στο χέρι κι αερίζεται 5. (ευφημ.) πέρδομαι.
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη
« Last Edit: 03 Feb, 2013, 20:30:38 by spiros »


 

Search Tools