ελληνιστί → in Greek

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824539
    • Gender:Male
  • point d’amour
ελληνιστί → in Greek

ελληνιστί [elinistí] επίρρ. : (λόγ.) στην ελληνική γλώσσα· ελληνικά.
[λόγ. < αρχ. ἑλληνιστί]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη


 

Search Tools