αφάνα → bushy and curly, tufted and curly, unkempt bushy hair, thatch, furze, spurge, whin, piny chicory, coast chicory, tumbleweed

spiros · 1 · 1932

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824478
    • Gender:Male
  • point d’amour
αφάνα → bushy and curly, tufted and curly, unkempt bushy hair, thatch, furze, spurge, whin, piny chicory, coast chicory, tumbleweed

αφάνα [afána] η, (& φάνα) bot ① any of various prickly shrubs of the genera Genista (syn αχινοπόδι) Euphorbia, or Poterium (syn αστοιβή) furze, spurge, whin: fig phr μαλλιά ~ unkempt hair | τα γένια του ψαρά κι αχτένιστα μοιάζανε με ~ (Dafnis) | οι αφάνες τού πλήγωσαν τα χέρια (Panagiotop) | η έκχωση δεξιά μας ήταν σκεπασμένη σ' όλο το μήκος της με ανθισμένες αφάνες (Valtinos) ② plant of the species Cichorium spinosum (syn ραδίκι της θάλασσας, σταμναγκάθι): κατά τη μεριά της θάλασσας δεν είχε παρά σκίνα, φάνες, σούρβελα κι αρμυρίκια (Lountemis) [fr MG (Du Cange) φάνα, (Souda) αφάνα (αφάννας gloss on Lat apinae 'trifles, nonsense' [CGL, cod. φάννας]), der of AG (+) φανός]
Ελληνοαγγλικό Λεξικό Γεωργακά

αφάνα η [afána] Ο25 : (βοτ.) κοινή ονομασία για ποικίλους άγριους και ακανθώδεις θάμνους: Γέμισε ο τόπος αφάνες. Δύσβατο μονοπάτι μέσα από θυμάρια, σκίνα, πουρνάρια κι αφάνες.
[ελνστ. ή μσν. ἀφάνα < (;)]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

αφάνα (η) [χωρ. γεν. πληθ.) (λαϊκ) 1. αγκαθωτός θάμνος που χρησιμοποιείται για προσάναμμα· 2. (μτφ. για τα μαλλιά) μαλλιά πολύ σγουρά, φουντωτά και απεριποίητα που δίνουν την εικόνα θάμνου: έκανε αφάνα το μαλλί.
[ΕΤΥΜ] < α- προθεμ. + φάνα < φανός)
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

(η) ουσ.  διάφορα είδη αγκαθωτών θάμνων, που χρησιμεύουν για προσάναμμα | φρ. μαλλιά σαν αφάνα, μαλλιά φουντωτά, σγουρά κι αχτένιστα: με τα μαλλιά σαν την αφάνα (Κ. Βάρναλης)
Μείζον ελληνικό λεξικό - Τεγόπουλος-Φυτράκης

αφάνα
και φάνα, η (Μ ἀφάνα και φάνα)· 1. ονομασία διαφόρων αγκαθωτών θάμνων, οι οποίοι συνήθως χρησιμοποιούνται ως προσάναμμα· 2 (φρ.) α) «μαλλιά σαν αφάνα» (για σγουρά, αχτένιστα μαλλιά)· β) «σαν αφάνα κολλάει» (για εύφλεκτα υλικά).
[ΕΤΥΜΟΛ. αφάνα < μσν. φάνα < φανός].
ΠΑΠΥΡΟΣ

μαλλί αφάνα: μαλλιά φουντωτά και κατσαρά
https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B1%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B1

Φράση που χρησιμοποιείται κυριολεκτικά και περιγράφει τα φουντωτά μαλλιά κάποιας κοπέλας. Εμπνευσμένη από το στυλ που κυριαρχεί αυτές τις μέρες ως trendy χτένισμα.
http://www.slang.gr/lemma/show/koritsi_afana_738/

« Last Edit: 24 Apr, 2011, 21:10:59 by spiros »


 

Search Tools