λατινικούρα → affected Latinism, pretentious latinism, pretentious use of Latin

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824612
    • Gender:Male
  • point d’amour
λατινικούρα → latinism

λατινικούρα η [latinikúra] Ο25α : (περιπαικτικά) εξεζητημένη λατινική λέξη ή έκφραση ή χρήση της λατινικής γλώσσας.
[λατινικ(ά) -ούρα]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

λατινικούρα [λatinik'ura] ουσ θηλ
(υποτμ) • εξεζητημένη χρήση της λατινικής γλώσσας = pretentious use of Latin
Λεξικό Κοραής
« Last Edit: 27 Apr, 2011, 18:43:46 by spiros »


 

Search Tools