bronchoconstrictor agent → βρογχοσυσταλτικό, βρογχοσυσταλτικός παράγοντας


  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 826995
    • Gender:Male
  • point d’amour
bronchoconstriction → βρογχοσπασμός, βρογχοσύσπαση, βρογχόσπασμος
bronchoconstrictor → βρογχοσυσπαστικός, βρογχοσυσταλτικό, βρογχοσυσταλτικός, βρογχοσυσταλτικός παράγοντας
bronchoconstrictive → βρογχοσυσπαστικός, βρογχοσυσταλτικό, βρογχοσυσταλτικός
bronchoconstrictor agent → βρογχοσυσταλτικό, βρογχοσυσταλτικός παράγοντας
bronchoconstrictor factor → βρογχοσυσταλτικό, βρογχοσυσταλτικός παράγοντας

Bronchoconstriction is the constriction of the airways in the lungs due to the tightening of surrounding smooth muscle, with consequent coughing, wheezing, and shortness of breath.
Bronchoconstriction - Wikipedia

ar: تضيق قصبي; de: Bronchokonstriktion, Bronchienverengung, Bronchialverengung, Bronchialobstruktion; en: bronchoconstriction; es: broncoconstricción; fa: تنگی نایژه; fr: bronchoconstriction; nl: bronchoconstrictie; pt: broncoconstrição; sh: bronhokonstrikcija; sr: bronhokonstrikcija; sv: bronkkonstriktion


Search Tools