Γλωσσάρι όρων μπαταρίας - Battery Glossary

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824887
    • Gender:Male
  • point d’amour
C

Coup de Fouet: Απότομη αρχική πτώση τάσης που παρατηρείται σε μια μπαταρία όταν απαιτείται η παροχή μεγάλου φορτίου. Η τάση επανέρχεται σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη σταθεροποίηση της ηλεκτροχημικής διαδικασίας εκφόρτισης.

A
Ακροδέκτης: Η ηλεκτρική σύνδεση από το στοιχείο ή την μπαταρία στο εξωτερικό κύκλωμα, γνωστή και ως «ακροδέκτης πόλου».

Αμπερώρια (Ah): Η μονάδα μέτρησης που χρησιμοποιείται για τη σύγκριση της χωρητικότητας ή του ενεργειακού περιεχομένου μιας μπαταρίας με την ίδια τάση εξόδου. Στις περισσότερες μπαταρίες, καθορίζει τον ρυθμό εκφόρτισης (C rate) της μπαταρίας. Υπό την αυστηρή έννοια του όρου: ένα αμπερώριο είναι το φορτίο που μεταφέρεται όταν ρέει ρεύμα ενός αμπέρ σε χρόνο μίας ώρας. 1Ah = 3600 Coulombs. Η πραγματική χωρητικότητα της μπαταρίας είναι το ενεργειακό περιεχόμενό της, το οποίο μετράται σε βατώρες (Wh). Είναι το γινόμενο της χωρητικότητας σε αμπερώρια με την τάση της μπαταρίας.

Αναστροφή πολικότητας στοιχείου: Συνθήκη που μπορεί να εμφανιστεί σε συνδέσεις πολλών στοιχείων σε σειρά, κατά την οποία η υπεραποφόρτιση της μπαταρίας μπορεί να προκαλέσει την πλήρη εκφόρτιση ενός ή περισσότερων στοιχείων. Η επακόλουθη πτώση τάσης στο εκφορτισμένο στοιχείο αναστρέφει πραγματικά την κανονική πολικότητά του.

Αποδοχή φόρτισης: Η ικανότητα ενός δευτερεύοντος στοιχείου να μετατρέπει το ενεργό υλικό σε εκφορτιζόμενη μορφή. Αποδοχή φόρτισης 90% σημαίνει ότι μόνο το 90% της ενέργειας μπορεί να διατεθεί ως ωφέλιμη ισχύς εξόδου. Είναι γνωστή και ως απόδοση κουλόμπ (Coulomb) ή απόδοση φόρτισης.

B
Βάθος εκφόρτισης: Ο λόγος της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας ή φορτίου που αφαιρείται από ένα στοιχείο κατά την εκφόρτιση (DOD) προς τη διαβαθμισμένη χωρητικότητά του.

Γ

Γήρανση: Μόνιμη απώλεια της χωρητικότητας με συχνή χρήση ή με την πάροδο του χρόνου λόγω των ανεπιθύμητων μη αναστρέψιμων χημικών αντιδράσεων στο εσωτερικό του στοιχείου.

Δ

Δευτερεύουσα μπαταρία: Μπαταρία η οποία, μετά την εκφόρτισή της, μπορεί να επαναφορτιστεί ηλεκτρικά στην αρχική της κατάσταση με αντίστροφη ροή ρεύματος από αυτή της εκφόρτισης.

Διάρκεια ζωής σε κύκλους: Ο αριθμός κύκλων που μπορεί να πραγματοποιήσει μια μπαταρία προτού η ονομαστική χωρητικότητά της μειωθεί κάτω από το 80% της αρχικής διαβαθμισμένης χωρητικότητάς της. Βλ. επίσης «Διάρκεια ζωής σε κατάσταση αναμονής» παρακάτω.

Διαφορά δυναμικού: Έργο που απαιτείται για τη μετακίνηση μοναδιαίου ηλεκτρικού φορτίου μεταξύ δύο σημείων. Γνωστή και ως ηλεκτρεγερτική δύναμη (ΗΕΔ).

Διαχωριστής: Ηλεκτρικά μονωμένο στρώμα υλικού που διαχωρίζει φυσικά τα ηλεκτρόδια αντίθετης πολικότητας. Οι διαχωριστές πρέπει να επιτρέπουν τη διέλευση των ιόντων στον ηλεκτρολύτη και μπορεί επίσης να έχουν τη δυνατότητα να αποθηκεύουν ή να συγκρατούν ακίνητο τον ηλεκτρολύτη.

E
Ειδικός βάρος: Ο λόγος του βάρος ενός διαλύματος προς το βάρος ίσου όγκου ύδατος σε ορισμένη θερμοκρασία. Χρησιμοποιείται ως δείκτης της κατάστασης φόρτισης ενός στοιχείου ή μπαταρίας.

Έκλυση αερίων: Έκλυση αερίων από ένα ή περισσότερα ηλεκτρόδια ως αποτέλεσμα της ηλεκτρόλυσης του νερού κατά τη φόρτιση ή την αυτοεκφόρτιση ενός στοιχείου. Σημαντική έκλυση αερίων προκαλείται όταν η μπαταρία πλησιάζει σε κατάσταση πλήρους φόρτισης κατά την επαναφόρτισή της ή όταν η μπαταρία βρίσκεται σε κατάσταση φόρτισης εξισορρόπησης.

Ενεργό υλικό: Τα χημικά δραστικά υλικά σε ένα ηλεκτρικό στοιχείο που αντιδρούν μεταξύ τους με αποτέλεσμα τη μετατροπή από μια χημική σύνθεση σε άλλη και, παράλληλα, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ή την αποδοχή ηλεκτρικού ρεύματος από ένα εξωτερικό κύκλωμα.

Η

Ηλεκτρόδιο: Αγωγός εντός του στοιχείου στον οποίο πραγματοποιείται μια ηλεκτροχημική αντίδραση.

Ηλεκτρόδιο: Ο ηλεκτρικός αγωγός και τα συναφή ενεργά υλικά στα οποία πραγματοποιείται μια ηλεκτροχημική αντίδραση. Ο όρος αναφέρεται επίσης στις θετικές και αρνητικές πλάκες ενός δευτερεύοντος στοιχείου.

Ηλεκτρόλυση: Η χημική διάσπαση του νερού σε υδρογόνο και αέριο οξυγόνο με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.

Ηλεκτρολύτης: Υλικό που έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει ιόντα ανάμεσα στο θετικό και το αρνητικό ηλεκτρόδιο ενός στοιχείου.

Θ

Θείωση: Ο σχηματισμός κρυστάλλων θειικού μολύβδου στις πλάκες μιας μπαταρίας μολύβδου-οξέος.

Θερμική διαφυγή: Κατάσταση κατά την οποία η φόρτιση μιας μπαταρίας (ιδίως κλειστού τύπου) οδηγεί σε παραγωγή θερμότητας στο εσωτερικό της μπαταρίας μεγαλύτερης από τη θερμότητα που απάγεται, προκαλώντας ανεξέλεγκτη αύξηση της θερμοκρασίας της μπαταρίας. Αυτό μπορεί να προκαλέσει αστοχία έως ξήρανση του στοιχείου, μείωση της διάρκειας ζωής ή/και τήξη της μπαταρίας.

Θερμοκρασία περιβάλλοντος: Η μέση θερμοκρασία του μέσου που περιβάλλει την μπαταρία, κατά κανόνα του αέρα.

Κ

Κατάσταση φόρτισης: Η διαθέσιμη ή υπολειπόμενη χωρητικότητα μιας μπαταρίας εκφρασμένη ως ποσοστό της διαβαθμισμένης χωρητικότητας.

Κύκλος: Η εκφόρτιση και επακόλουθη φόρτιση μιας δευτερεύουσας μπαταρίας έως ότου επανέλθει σε κατάσταση πλήρους φόρτισης.

Κύκλος λειτουργίας (duty cycle): Παράμετροι λειτουργίας ενός στοιχείου ή μιας μπαταρίας συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως ο ρυθμός φόρτισης και εκφόρτισης, το βάθος εκφόρτισης, το μήκος κύκλου και η διάρκεια σε κατάσταση αναμονής.

Μ

Μπαταρία: Δύο ή περισσότερα στοιχεία που συνδέονται ηλεκτρικά για να σχηματίσουν μια μονάδα. Από συνήθεια χρησιμοποιούμε τον όρο «μπαταρία» και για τα μεμονωμένα στοιχεία.

Μπαταρία AGM (απορροφητικού υποθέματος υαλοϊνών -Absorbent Glass Mat): Μπαταρία μολύβδου-οξέος που χρησιμοποιεί υπόθεμα υαλοϊνών για τον ανασυνδυασμό των αερίων που παράγονται κατά τη διαδικασία της φόρτισης.

Ο

Οξύ: Δότης πρωτονίων Χημική ένωση που περιέχει υδρογόνο και η οποία διίσταται σε υδατικό διάλυμα ελευθερώνοντας θετικά φορτισμένα ιόντα υδρογόνου ή αλλιώς υδρογονοκατιόντα (H+). Ένα όξινο διάλυμα έχει pH < 7,0.

Όριο ρεύματος: Το μέγιστο ρεύμα κατανάλωσης στο οποίο η συγκεκριμένη μπαταρία αποδίδει επαρκώς υπό συνεχές ρεύμα.

Π

Πρωτεύουσα μπαταρία: Στοιχείο ή μπαταρία που δεν προορίζεται για επαναφόρτιση και απορρίπτεται αφού αποδώσει την ωφέλιμη χωρητικότητά του/της.

Ρ

Ρεύμα: Η ροή ηλεκτρονίων που ισοδυναμεί με φορτίο ενός coulomb ανά δευτερόλεπτο, εκφραζόμενη συνήθως σε ampere (A).

Ρυθμός εκφόρτισης (C rate): Η τιμή C εκφράζει τη διαβαθμισμένη χωρητικότητα ρεύματος ενός στοιχείου ή μιας μπαταρίας. Ένα στοιχείο που εκφορτίζεται με ρυθμό εκφόρτισης 1C αποδίδει την ονομαστική διαβαθμισμένη χωρητικότητά του για 1 ώρα. Τα ρεύματα φόρτισης και εκφόρτισης εκφράζονται γενικά ως πολλαπλάσια του C. Ο χρόνος εκφόρτισης μιας μπαταρίας είναι αντιστρόφως ανάλογος του ρυθμού εκφόρτισης. Η τιμή NC δηλώνει ρυθμό φόρτισης ή εκφόρτισης ίσο με N φορές τη διαβαθμισμένη χωρητικότητα ρεύματος της μπαταρίας, όπου το N είναι αριθμός (κλάσμα ή ακέραιο πολλαπλάσιο). Το CN είναι η χωρητικότητα της μπαταρίας σε αμπερώρια (Ah) που αντιστοιχεί σε πλήρη εκφόρτιση της μπαταρίας σε N ώρες (το N δηλώνεται συνήθως ως δείκτης).

Ρυθμός φόρτισης: Το ρεύμα στο οποίο φορτίζεται ένα στοιχείο ή μια μπαταρία. Γενικά εκφράζεται ως συνάρτηση της διαβαθμισμένης χωρητικότητας C.

Σ
Σταθερή τάση (CV): Μέθοδος φόρτισης που διατηρεί την τάση στους ακροδέκτες της μπαταρίας σε σταθερή τιμή.

Σταθερό ρεύμα: Μέθοδος φόρτισης που διατηρεί το ρεύμα σε ολόκληρο το στοιχείο σε σταθερή τιμή (CC).

Στοιχείο: Το στοιχείο αποτελείται από ένα σύνολο θετικών και αρνητικών πλακών που είναι βυθισμένες σε έναν ηλεκτρολύτη και παράγει ηλεκτρικό φορτίο μέσω ηλεκτροχημικής αντίδρασης.

Συγκράτηση φορτίου (charge retention): Η δυνατότητα μιας μπαταρίας να διατηρεί το φορτίο της σε συνθήκες μηδενικού ρεύματος. Η συγκράτηση φορτίου είναι χαμηλότερη σε υψηλές θερμοκρασίες.

T
Τάση: Ηλεκτρεγερτική δύναμη ή διαφορά δυναμικού, εκφρασμένη σε βολτ (V).

Τάση αποκοπής: Η καθορισμένη τάση στην οποία η εκφόρτιση ενός στοιχείου θεωρείται πλήρης.

Υ

Υδατικό διάλυμα: Χημικές ουσίες σε υγρή μορφή ή σε μορφή γέλης.

Φ

Φόρτιση: Η διαδικασία αναπλήρωσης ή αποκατάστασης του ηλεκτρικού φορτίου σε ένα επαναφορτιζόμενο στοιχείο ή μπαταρία.

Φόρτιση εξισορρόπησης: Η διαδικασία που χρησιμοποιείται κατά τη φόρτιση ώστε να διασφαλίζεται η φόρτιση κάθε στοιχείου στην ίδια κατάσταση φόρτισης.

Φόρτιση σταγόνας (trickle charge): Μέθοδος φόρτισης κατά την οποία το δευτερεύον στοιχείο διατηρείται σε κατάσταση είτε συνεχούς είτε διακεκομμένης φόρτισης σε χαμηλή τάση για να διατηρηθεί το στοιχείο σε κατάσταση πλήρους ή σχεδόν πλήρους φόρτισης.

Φόρτιση συντήρησης (float charge): Μέθοδος φόρτισης κατά την οποία το δευτερεύον στοιχείο διατηρείται σε κατάσταση συνεχούς φόρτισης σε χαμηλή τάση για να διατηρηθεί το στοιχείο σε κατάσταση πλήρους φόρτισης.

Χ

Χωρητικότητα: Ο αριθμός των αμπερωρίων (Ah) που μπορεί να αποδώσει ένα πλήρως φορτισμένο στοιχείο ή μια πλήρως φορτισμένη μπαταρία υπό συγκεκριμένες συνθήκες εκφόρτισης.
SUNLIGHT | POWER IS KNOWLEDGE  Γλωσσάρι όρων μπαταρίας - SUNLIGHT | POWER IS KNOWLEDGE

A
Active material: The chemically reactive materials in an energy cell which react with each other converting from one chemical composition to another while generating electrical energy or accepting electric current from an external circuit.

Acid: A proton donor. A compound containing hydrogen which dissociates in aqueous solution producing positively charged hydrogen ions (H+). An acidic solution has a pH less than 7,0.

Aging: Permanent loss of capacity with frequent use or the passage of time due to unwanted irreversible chemical reactions in the cell.

AGM (Absorbent Glass Mat) battery: A lead acid battery using a glass mat to promote recombination of the gases produced by the charging process.

Ambient temperature: The average temperature surrounding the battery, typically air.

Ampere hours (Ah): The unit of measure used for comparing the capacity or energy content of a battery with the same output voltage. For most batteries it defines the battery’s C rate. Strictly – One Ampere hour is the charge transferred by one amp flowing for one hour. 1Ah = 3600 Coulombs. The true capacity of any battery is its energy content and this is measured in WattHours (Wh). It is the battery’s Amphour capacity multiplied by the battery voltage.

Aqueous solution: Chemical components in liquid or gel form.

B
Battery: Two or more cells electrically connected to form a unit. Under common usage, the term “battery” also applies to a single cell.

C
C Rate: C is a value which expresses the rated current capacity of a cell or battery. A cell discharging at the C rate will deliver its nominal rated capacity for 1 hour. Charging and discharging currents are generally expressed as multiples of C. The time to discharge a battery is inversely proportional to the discharge rate. NC is a charge or discharge rate which is N times the rated current capacity of the battery where N is a number (fraction or multiple). CN is the battery capacity in AmpHours which corresponds to complete discharge of the battery in N hours (N is usually a subscript).

Capacity: Number of ampere-hours (Ah) a fully charged cell or battery can deliver under specific conditions of discharge.

Cell: A cell comprises a number of positive and negative charged plates immersed in an electrolyte that produces an electrical charge by means of an electrochemical reaction.

Cell reversal: A condition which may occur multi cell series chains in which an over discharge of the battery can cause one or more cells to become completely discharged. The subsequent volt drop across the discharged cell effectively reverses its normal polarity.

Charge: The process of replenishing or replacing the electrical charge in a rechargeable cell or battery.

Charge acceptance: The ability of a secondary cell to convert the active material to a dischargeable form. A charge acceptance of 90% means that only 90% of the energy can become available for useful output. Also called Coulombic Efficiency or Charge Efficiency.

Charge rate: The current at which a cell or battery is charged. Generally expressed as a function of rated capacity C.

Charge retention: The ability of a battery to retain its charge in zero current conditions. Charge retention is much poorer at high temperatures.

Charge, state of: The available or remaining capacity of a battery expressed as a percentage of the rated capacity.

Constant current: A charging scheme which maintains the current through the cell at a charge (CC) constant value.

Constant voltage (CV): A charging scheme which maintains the voltage across the battery terminals constant value.

Coup de Fouet: A dramatic initial voltage drop when a battery is suddenly called upon to supply a heavy load. The voltage recovers after a short time once the electro-chemical discharge process stabilizes.

Current: Flow of electrons equal to one coulomb of charge per second, usually expressed in amperes (A).

Cutoff voltage: The specified voltage at which the discharge of a cell is considered complete.

Current limit: The maximum current drain under which the particular battery will perform adequately under a continuous drain.

Cycle: The discharge and subsequent charge of a secondary battery in a way that it is restored back to its fully charged state.

Cycle life: The number of cycles a battery can perform before its nominal capacity falls below 80% of its initial rated capacity. See also Float life below.

D
Depth of discharge: The ratio of the quantity of electricity or charge removed from a cell on
(DOD): discharge to its rated capacity.

Duty cycle: Operating parameters of a cell or battery including factors such as charge and discharge rates, depth of discharge, cycle length, and length of time in the standby mode.

E
Electrode: Conducting element within a cell in which an electrochemical reaction occurs.

Electrode: Electrical conductor and the associated active materials at which an electrochemical reaction occurs. Also referred to as the positive and negative plates of a secondary cell.

Electrolysis: Chemical dissociation of water into hydrogen and oxygen gas caused by passage of an electrical current.

Electrolyte: Medium which provides the ion transport function between the positive and negative electrodes of a cell.

Equalizing charge: The process used during charging to ensure that every cell is charged to the same state of charge.

F
Float charge: Method of charging in which a secondary cell is continuously connected to a constant-voltage supply that maintains the cell in a fully charged condition.

G
Gassing: Evolution of gas from one or more electrodes as a result of water electrolysis during the charge or self-discharge of a cell. Significant gassing occurs when the battery is nearing the fully charged state while recharging or when the battery is on equalizing charge.

P
Potential difference: Work which must be done against electrical forces to move a unit charge from one point to the other, also known as electromotive force (EMF).

Primary battery: Cell or battery which is not intended to be recharged and is disposed when the cell or battery has delivered its useful capacity.

S
Secondary battery: A battery that after discharge may be restored to its charged state by passing an electrical current through the cell in the opposite direction to that of the discharge.

Separator: Electrically insulating layer of material which physically separates electrodes of opposite polarity. Separators must allow passage to ions in the electrolyte and may also have the function of storing or immobilizing the electrolyte.

Specific gravity: Ratio of the weight of a solution to an equal volume of water at a specified temperature. Used as an indicator of the state of charge of a cell or battery.

Sulfation: Formation of lead sulfate crystals on the plates of a lead-acid battery.

T
Terminal: External electric connections of a cell or battery, also referred to as “terminal post” or “post.”

Thermal runaway: A condition that occurs in a battery (especially valve-regulated types) when charging energy results in heat generation within the battery greater than the heat dissipated, causing an uncontrolled rise in battery temperature. This can cause failure through cell dry-out, shortened life, and/or melting of the battery.

Trickle charge: Method of charging in which a secondary cell is either continuously or intermittently connected to a constant current supply in order to maintain the cell in fully or nearly fully charged condition.

V
Voltage: Electromotive force or potential difference, expressed in volts (V).
https://www.systems-sunlight.com/en/battery-glossary/


 

Search Tools