breathing down one's neck → είμαι πάνω απ' το κεφάλι κάποιου, στέκομαι πάνω απ' το κεφάλι κάποιου, έχω υπό αυστηρή επιτήρηση, πάνω από το κεφάλι του, στον σβέρκο του, στο σβέρκο του, στέκομαι σαν μπάστακας, στέκομαι από πάνω σαν μπάστακας, κάθομαι σαν μπάστακας, στήνομαι σαν μπάστακας, στέκομαι σαν τον μπάστακα, στέκομαι από πάνω σαν τον μπάστακα, κάθομαι σαν τον μπάστακα

 

Search Tools