crossover → ανισόπεδη διασταύρωση, σημείο διάβασης, ανισόπεδη διασταύρωση οδών, επιχιασμός, ανταλλαγή γονιδίων, βήμα εναλλαγής, διεύρυνση απήχησης, κλειδί παραλλήλων σιδηροτροχιών, κοψοχέρα, κοψοχέρης, μείξη, μίξη, μετάβαση, μετάπτωση, μπούστος γυναικείου φορέματος, πέρασμα, πόρος, σταυρωτή εσάρπα, φουρκέτα, ευρείας αποδοχής, με γενική απήχηση, διαφασματικός, μισοπεραστός

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 834388
    • Gender:Male
  • point d’amour
crossoverανισόπεδη διασταύρωση, σημείο διάβασης, ανισόπεδη διασταύρωση οδών, επιχιασμός, ανταλλαγή γονιδίων, βήμα εναλλαγής, διεύρυνση απήχησης, κλειδί παραλλήλων σιδηροτροχιών, κοψοχέρα, κοψοχέρης, μείξη, μίξη, μετάβαση, μετάπτωση, μπούστος γυναικείου φορέματος, πέρασμα, πόρος, σταυρωτή εσάρπα, φουρκέτα, ευρείας αποδοχής, με γενική απήχηση, διαφασματικός, μισοπεραστός

Majors
Crossovers

cross over → διαπεραιώνομαι, διασχίζω, σπάω τα σύνορα, διευρύνω τους ορίζοντες, επεκτείνομαι, εξαπλώνομαι, μεταπηδώ, γνωρίζω απήχηση, έχω απήχηση, απηχώ, αλλάζω στρατόπεδο, πάω από την άλλη πλευρά, διασχίζω θεατρική σκηνή, πάω στο βρόντο, τινάζω τα πέταλα, βλέπω τα ραδίκια ανάποδα, τα κακαρώνω, με τρώει η μαρμάγκα, πάω περίπατο, πεθαίνω, τα τινάζω, πάω καλιά μου, πάω στα θυμαράκια, αποδημώ εις Κύριον, αφήνω χρόνους, κοιμάμαι τον αξύπνητο ύπνο, κοιμάμαι τον αιώνιο ύπνο, με τρώει το μαύρο χώμα, επιστρέφω στη μητέρα γη, πάω στα κυπαρίσσια, πάω για βρούβες, παραδίδω την ψυχή

crossover
cross-over

A place where one thing crosses over another.
The means by which the crossing is made.
(genetics) The result of the exchange of genetic material during meiosis.
A blend of multiple styles of music or multiple film genres, intended to appeal to a wider audience.
An SUV-like automobile built on a passenger car platform, e.g. the Pontiac Torrent.
Synonyms: CUV, XUV
(rail transport) A pair of switches and a short, diagonal length of track which together connect two parallel tracks and allow passage between them.
A piece of fiction that borrows elements from two or more fictional universes.
(sports) An athlete or swimmer who has competed in more than one of open water swimming, pool swimming, triathlon, and endurance sports.
(basketball) A crossover dribble.
crossover - Wiktionary
« Last Edit: 13 May, 2022, 23:05:48 by spiros »


Dimitris29

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 102
    • Gender:Male
Καλησπέρα.

Μην ανοίγω νέο νήμα.

Υπάρχει ένας ακόμα ορισμός, περιβαλλοντικής φύσεως, που δεν ξέρω πώς να τον μεταφράσω.

Crossover: The point at which the relative humidity is less than, or equal to, the ambient air temperature.

Είναι το σημείο που συναντιούνται η πτωτική σχετική υγρασία με την αυξανόμενη θερμοκρασία, δημιουργώντας κίνδυνο πυρκαγιάς στο δάσος.

Υπάρχει κάτι στα ελληνικά που να αποδίδει αυτόν τον όρο;
« Last Edit: 15 May, 2022, 12:47:10 by spiros »







Dimitris29

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 102
    • Gender:Male



 

Search Tools