broadcloth → λεπτή τσόχα

user10

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1244
    • Gender:Female
Εγώ να προτείνω μία λύση; Αν η λέξη δεν είναι και πολύ σημαντική για την πλοκή, γιατί δεν βάζεις μερινός, που είναι κι αυτό μάλλινο ύφασμα υψηλής ποιότητας (και ράτσα προβάτου, αλλά δε μας ενδιαφέρει εδώ);

Όσο για το broadcloth, ρώτησα διάφορους που ασχολούνται με το εμπόριο ρούχων αλλά ακόμα περιμένω απαντήσεις...

Και η τσόχα είναι μάλλινη, όμως έχω την εντύπωση ότι δεν είναι της ίδιας ποιότητας με το broadcloth, όπως επίσης και ότι δεν κατασκευάζονται ρούχα από αυτήν, παρά μόνο καπέλα. Με επιφύλαξη πάντως, γιατί δεν είμαι σίγουρη...

Όσο για το çuha, θα διαφωνήσω με τη Νάντια: είναι και μάλλινο ύφασμα. Δυστυχώς, η πηγή μου είναι τουρκικό μονόγλωσσο λεξικό, επομένως δεν μπορώ να την αναφέρω εδώ :))


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Εγώ λέω τι γράφουν τα λεξικά για την παλιά σημασία της çuha, τι θυμάμαι ότι ήταν παλιά η τσόχα για τα κουστούμια και τι ήταν το παλιό broadcloth.

Σήμερα και το broadcloth, σύμφωνα με την Encarta: fine woven cloth: a fine, closely woven cloth of wool, cotton, or silk with a shiny finish, used for clothing.

Αλλά η Αλ. κάνει ιστορικό κείμενο.


Προσθήκη: Ο λόγος που διαφώνησα για την ποπλίνα και θα με κάνει να διαφωνήσω και με το «μερινός» είναι ότι έχουν πολύ συγκεκριμένη (αρχική, ιστορική) προέλευση για να τα μπλέξουμε με το broadcloth.
« Last Edit: 22 Dec, 2006, 18:33:37 by nickel »



user10

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1244
    • Gender:Female
cotton fabrics like; cuha, aba, kece, sof, sal, (http://www.windofanatolia.com.tr/detay.asp?CID=66&lng=eng)

Επίσης, νομίζω ότι εδώ έχει γίνει λάθος κατά την μετάφραση των τουρκικών στα αγγλικά. Τα aba, keçe και sof είναι και τα τρία μάλλινα υφάσματα. Δυστυχώς, ο μόνος ορισμός που γνωρίζω για το sal είναι "σχεδία"...


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Τα aba, keçe και sof είναι και τα τρία μάλλινα υφάσματα.

Σωστή η επισήμανση. Και μια και το ανέφερα και πιο πάνω, πάλι από τουρκικό λεξικό, keçe = felt.



 

Search Tools