heartbroken -> συντετριμμένος, περίλυπος, λυπημένος, θλιμμένος, πληγωμένος, στεναχωρεμένος, στενοχωρεμένος, στεναχωρημένος, στενοχωρημένος, το φέρει βαρέως

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 818087
    • Gender:Male
  • point d’amour
heartbroken -> συντετριμμένος, περίλυπος, λυπημένος, θλιμμένος, πληγωμένος
heart-broken
« Last Edit: 13 Mar, 2020, 10:25:10 by spiros »


 

Search Tools