provincianismo → τοπικισμός, τοπικιστικό πνεύμα, επαρχιωτισμός, στενότητα αντιλήψεων, στενότητα ενδιαφερόντων, στενομυαλιά, στενοκεφαλιά, στενότητα αντίληψης, κόλλημα, το να φοράει κανεις παρωπίδες, παρωπιδισμός

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 833996
    • Gender:Male
  • point d’amour
provincianismo → τοπικισμός, τοπικιστικό πνεύμα, επαρχιωτισμός, στενότητα αντιλήψεων, στενότητα ενδιαφερόντων, στενομυαλιά, στενοκεφαλιά, στενότητα αντίληψης, κόλλημα, το να φοράει κανεις παρωπίδες, παρωπιδισμός

parochialism
Esperanto: paroĥismo, parokismo; Finnish: nurkkakuntaisuus; French: esprit de clocher; German: Provinzialismus, Engstirnigkeit, Beschränktheit; Italian: campanilismo; Portuguese: provincianismo, provincialismo; Spanish: provincianismo; Swedish: trångsynthet, lokalpatriotism


 

Search Tools