νικημένο μου ξεφτέρι → meus accipiter victus, meum astutulum confectum, meus astutulus confectus

georgegeorge

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 4
Μετάφραση στα λατινικά

Καλημέρα σας,

Γνωρίζει κανείς τη λατινική γλώσσα σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε να μεταφράσει, αν γίνεται ακριβώς αν όχι κατα προσέγγιση, την ακόλουθη φράση: "νικημένο μου ξεφτέρι" ;
Θα το εκτιμούσα πολύ αν κάποιος έμπαινε στο κόπο και με βοηθούσε.
Σας ευχαριστώ.
« Last Edit: 19 Dec, 2020, 15:56:14 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823599
    • Gender:Male
  • point d’amour


georgegeorge

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 4
Σ' ευχαριστω πολυ Σπύρο!
Με βάση τις αυτόματες μεταφράσεις του net, το δικό σου μοιάζει σωστό.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823599
    • Gender:Male
  • point d’amour
Περίμενε μέχρι το βράδι, ίσως ο billberg έχει να προτείνει κάτι άλλο.




spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823599
    • Gender:Male
  • point d’amour
ξεφτέρι → clever guy (this is the most common usage)

ξεφτέρι το [kseftéri] Ο44 : (οικ.) άνθρωπος εξαιρετικά ικανός και γρήγορος σε κτ.: Είναι ξεφτέρι στα μαθηματικά. Tον έκανα ξεφτέρι.
[μσν. ξεφτέρι < ξεπτέριον (ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft], αποφυγή της χασμ. και αποβ. τελικού συμφ.) < εξυπτέριν, εξυπτέριον < ελνστ. ὀξυπτέριον (παρετυμ. εξ- πτερ(ό) -ιον) υποκορ. του ελνστ. ὀξύπτερος `με γρήγορα φτερά΄]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη


georgegeorge

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 4
Ναι, η ετυμολογία του Σπύρου είναι αυτό που θέλω να μεταφράσω. Παρόλο αυτά, βλέπω πως η λέξη "νικημένος" δεν είναι κοινός και στους δυο σας. Φταίει το ουσιαστικό που μεταφράστηκε διαφορετικά;

Σας ευχαριστώ πολυ παιδιά!


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 823599
    • Gender:Male
  • point d’amour
Το confectus πάει πιο πολύ προς το «τελειωμένος» παρά το κυριολεκτικό «νικημένος». Θέμα προτίμησης.

finished, completed, having been finished
(figuratively) diminished, lessened; destroyed, killed; worn out, exhausted; having been killed
https://en.wiktionary.org/wiki/confectus


georgegeorge

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 4
Ομολογουμένως ωραία και η δικιά σου οπτική του επιθέτου.
Για να καταλάβω, έχουμε την κτητική αντωνυμία πάντα για αρχή - ουσιαστικό - επιθετικό προσδιορισμό. Σε αιτιατική;
Για το ξεφτέρι, μήπως έχουμε κάποια λατινική λέξη με δόση ειρωνείας μέσα;



billberg23

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6318
    • Gender:Male
  • Words ail me.
Σε αιτιατική;
meum astutulum confectum
Quote
Για το ξεφτέρι, μήπως έχουμε κάποια λατινική λέξη με δόση ειρωνείας μέσα;
callidus (αιτιατική callidum)  
Lewis & Short:
calli(dus, a, um, adj. calleo,
that is taught wisdom by experience and practice, shrewd, expert, experienced, adroit, skilful: versutos eos appello, quorum celeriter mens versatur: callidos autem, quorum, tamquam manus opere, sic animus usu concalluit, Cic. N. D. 3, 10, 25.
Ingenious, prudent, dexterous, skilful.
In gen. (class.): ad suum quaestum, callidus, Plaut. As. 1, 3, 34; id. Truc. 2, 4, 62 (cf. id. ib. 2, 5, 40: omnes homines ad suum quaestum callent); id. Ps. 2, 4, 35; id. Ep. 3, 3, 47; id. Poen. 1, 2, 25: callida Musa, Calliope, * Lucr. 6, 93: ego ut agitator callidus, priusquam ad fidem veniam, equos sustinebo, Cic. Ac. 2, 29, 94: natura nihil potest esse callidius, id. N. D. 2, 57, 142: Demosthene nec gravior exstitit quisquam nec callidior, nec temperatior, id. Or. 7, 23: juvenis parum callidus, Plin. Ep. 7, 6, 11: in disputando, Quint. 12, 2, 14.悠n reference to art, excelling in art, skilful, Hor. S. 2, 3, 23 Heind.; 2, 7, 101; id. Ep. 1, 10, 26. ・
Particular constructions.
With gen.: rei rusticae, Col. 2, 2, 1: rerum naturae, id. 7, 3, 12: rei militaris, Tac. H. 2, 32: temporum, id. A. 4, 33.・
With abl.: junctura- callidus acri, Pers. 5, 14.・
In the Greek manner, with inf.: callidus Condere furto, Hor. C. 1, 10, 7; cf.: tuque testudo resonare septem Callida nervis, id. ib. 3, 11, 4; Pers. 1, 118.・
Meton., of things: foramina callidissimo artificio natura- fabricata, very well contrived or wrought, Cic. Tusc. 1, 20, 47: inventum, Nep. Eum. 5, 4: junctura, Hor. A. P. 47.・
Crafty, cunning, artful, sly.
Of persons (class.): itaque me malum esse oportet, callidum, astutum, Plaut. Am. 1, 1, 112: malum crudumque et callidum atque subdolum, id. Poen. 5, 2, 148; id. Pers. 4, 4, 70; id. Cist. 4, 2, 61: ego hominem callidiorem vidi neminem, Ter. Phorm. 4, 2, 1; id. And. 1, 2, 27; id. Eun. 5, 6, 10; Petr. 4, 2, 1: hi saepe versutos homines et callidos admirantes, malitiam sapientiam judicant, Cic. Off. 2, 3, 10 Beier; id. Caecin. 19, 55; cf. id. Off. 3, 13, 57; Quint. 6, 3, 96: homo luteus etiam callidus ac veterator esse vult, Cic. Verr. 2, 3, 14, ァ 35: gens non astuta nec callida, Tac. G. 22: ad fraudem callidi, Cic. Clu. 65, 183; cf. Plaut. As. 2, 1, 9: in disputando mire callidos, Quint. 12, 2, 14: amici accendendis offensionibus callidi, Tac. A. 2, 57.・
Meton., of things: doli, Plaut. Bacch. 4, 4, 4: consilium, Ter. And. 3, 4, 10: audacia, Cic. Clu. 65, 183: callida et malitiosa juris interpretatio, id. Off. 1, 10, 33: liberalitas, crafty, calculating, Nep. Att. 11, 3: malitia inimici, Liv. 38, 44, 1: cunctatio, Suet. Tib. 24: saevitia, id. Dom. 11.・
Trop.: merx, of a woman, Plaut. Cist. 4, 2, 61.
« Last Edit: 08 Nov, 2012, 18:29:10 by billberg23 »


 

Search Tools