throwback -> αναβίωση, αναδρομή, επιστροφή, άνθρωπος των σπηλαίων, απόγονος με αταβιστικά χαρακτηριστικά, αταβισμός, επιστροφή σε προγενέστερο εξελικτικό στάδιο, οπισθοχώρηση, προγονισμός, πρωτόγονος, αναδρομικός, επετειακός, νοσταλγικός, του παρελθόντος, του χτες

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 819010
    • Gender:Male
  • point d’amour
throwback -> αναβίωση, αναδρομή, επιστροφή, άνθρωπος των σπηλαίων, απόγονος με αταβιστικά χαρακτηριστικά, αταβισμός, επιστροφή, επιστροφή σε προγενέστερο εξελικτικό στάδιο, οπισθοχώρηση, προγονισμός, πρωτόγονος, αναδρομικός, επετειακός, νοσταλγικός, του παρελθόντος, του χτες

throwback
A reversion to an earlier stage of development.
(derogatory) A person considered to be primitive, uncivilized and mentally deficient.
An organism that has characteristics of a more primitive form.
An atavism.
A person similar to an ancestor, or something new similar to what already existed.
throwback - Wiktionary
« Last Edit: 22 Apr, 2021, 20:46:04 by spiros »


 

Search Tools