drenched → βρεγμένος, παπί, μεθυσμένος, πιωμένος, σκνίπα στο μεθύσι, σουρωμένος, στουπί, τύφλα, ντίρλα, πίτα, χώμα, κουδούνι, αλοιφή, κόκαλο, σκνίπα, στάχτη, λιάδα, λιάρδα, πτώμα, ψόφιος, καρφωμένος, λιώμα, λιωμίδι, ζάντα, ζαμπόν, κομμάτια, κουρούμπελο


Falcon

  • Dimitra Tsakiroglou
  • Full Member
  • ***
    • Posts: 479
    • Gender:Female
Ως συνώνυμο του επιθέτου "drenched" που εμπεριέχεται στον παρακάτω σύνδεσμο, αναφέρονται οι λέξεις "drunk" και "intoxicated". Οπότε, αν το υπόλοιπο κείμενο που έχεις υποδεικνύει ότι οι οπαδοί είχαν πιεί, θα μπορούσε να σημαίνει και μεθυσμένοι.
http://freethesaurus.net/s.php?q=drenched
« Last Edit: 03 May, 2009, 13:48:31 by spiros »




 

Search Tools