Harry Potter English to Ancient Greek glossary

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 833906
    • Gender:Male
  • point d’amour
EnglishGreek
(emphasises the word it follows)γε
(he) has suffered (see πάσχω)πέπονθεν
(introduces a question)really?
(made of) silverἀργυροῦς
(question follows)ἆρα
(stronger form of δή)δῆτα
a hundredἕκατον
a littleὀλίγον
a month oldμηνιαῖος
a sweetγλύκυσμα, τό
a wrinkled piece of skinσῦφαρ, ὁ
a, a certain, someone,τις, τι, τινός etc
aaaaarrrgh!παπαπαπαῖ
about to reply (fem)ἀντεροῦσα
about, concerning, aroundπερί
above, beyondὑπέρ
above, overheadὑπέρθε
abuse, insultλοιδορία, ἡ
abuse, insultsκακολογία, ἡ
accuracyἀκριβεία, ἡ
accuratelyἀκριβῶς
accustomed to, used toσυνήθης
activity, pursuitδιατριβή, ἡ
after; withμετά
afternoonδείλη, ἡ
againαὖ, αὖθις
air gunἀερόβολον ὅπλον
air-boat, planeἀερόσκαφος, τό
airborneἀεροδόνητος
alarm-clockἐγερτήριον ὡρολόγιον, τό
alas! oh dear!οἴμοι
alas!φεῦ
alien, differentἀλλοῖος
aliveἔμψυχος
all (same as πᾶς )ἅπας, ἅπασα, ἅπαν
all but, nearlyὅσον οὐ
all the while, meanwhileτέως
allπᾶς, πᾶσα, πᾶν (παντ-)
alone, singleμόνος
althoughκαίπερ
although, despiteπερ (καίπερ)
alwaysἀεί
amazingθαυμαστός
amazingly, incrediblyκαινότατον, τό
among us, in our worldπαρ᾽ ἡμῖν
anchorἄγκυρα, ἡ
and finally, and evenκαὶ δὴ καί
and then, nextκᾷτα
and yetκαίτοι
and, but, howeverδέ, δ᾽
and, even, alsoκαί
and, moreoverτε, τ᾽
angerὀργή,ἡ(
angrilyὀργίλως
animal, creatureζῷον, τό
ankleσφυρόν, τό
anythingὁτιοῦν
appearanceεἶδος, τό
appearance, shapeσχῆμα, τό
archivist, librarianβιβλιοφύλαξ
armβραχίων, βραχίονος, ὁ
armsἄγκαλαι, αἱ
around, aboutἀμφί
arrangementθέσις, ἡ
as ifὥσπερ, ὠσπερεί
as much (pl many)... asὅσος ... τοσοῦτος
asked (he/she)ἤρετο
at any rate, howeverδ᾽ οὖν
at last, in the endτέλος
at least, at any rateγοῦν
at nightνύκτωρ
at once, immediately; straightεὐθύς
at the same time; at dawnἅμα; ἅμ᾽ ἡλίῳ
attempt, startὁρμή, ἡ
attractiveχαρίεις
Aunty Marge (mad woman)Μάργη, ἡ(
awakeὕπαρ
baby clothes, swaddling clothesσπάργανα, τά
babyβρέφος, τό
babyβρεφύλλιον, τό
back again, backwardsἄψορρον
backνῶτον, τό
back, againπάλιν
backwardsεἰς τοὐπίσω
badκακός
bagπήρα, ἡ
bagσακίον, τό
baker (female)ἀρτοπωλίς, ἡ
bakeryἀρτοπωλίον, τό
baldφαλακρός
Balearic IslesΠιτύουσσαι, αἱ
ballσφαῖρα, ἡ
band, groupθίασος, ὁ
bang, boom, loud noiseβόμβος, ὁ
barberκουρεύς, ὁ
barber's shopκουρεῖον, τό
barrierἕρκος, τό
bathλοῦτρον, τό
bathroomβαλάνειον, τό
beach, seaside, coastπαραλία, ἡ
bearableἀνεκτός
beardπώγων, ὁ
beautifulκαλός
because of thisτούτου ἕνεκα
becauseδιότι
bed on the groundχαμεύνη, ἡ
bedεὐνή, ἡ
bedκλίνη, ἡ
bedκοιτή, ἡ
bedclothes, blanketsστρώματα, τά
bedroomεὐνατήριον, τό
bedroomθάλαμος, ὁ
beetleκάνθαρος, ὁ
beetle-likeκανθάρινος
beetrootγογγυλίς, γογγυλίδος, ἡ(
beforeπάροιθε
beforeπρότερον
before, in front of, on behalf ofπρό
before, untilπρίν
befuddledπαράκοπος
beg, ask forαἰτέω
beginningἀρχή, ἡ
behindὄπισθε
behind, backκάτοπιν
beingὤν, οὖσα, ὄν (ὄντ-)
bellκώδων, ὁ
belonging to the family, relationοἰκεῖος
belovedἀγαπητός
beltζωστήρ
bent, curved, twistedκαμπύλος
bent, twistedδιεστραμμένος
bestἄριστος
bestβέλτιστος
betterἀμείνων
betterβελτίων
betweenμεταξύ
bewildered, bemusedκαταπεπληγμένος
big boy, fatsoβούπαις
big, large, greatμεγάς, μεγάλη, μέγα
big, tallμακρός
bigger, greaterμείζων
big-hearted, generousμεγαλόφρων
bile, angerχόλος, ὁ; χολή, ἡ
birdὀρνίθιον, τό
birdὄρνις, ὄρνιθος
bird-cageοἰκίσκος ὀρνίθειος, ὁ
bird-watcherὀρνιθοσκόπος, ὁ
birthdayγενέθλια, τά
bits of leatherκαττύματα, τά
bitterly, badlyπικρῶς
bitter-sweetγλυκύπικρος
blackμελαναυγής
blackμέλας, μέλαινα, μέλαν
black-hairedμελανόθριξ
blondeλευκόθριξ
blue-green, iridescentκαλάϊνος
boaβόας, ὁ
boasted (they)ἐσεμνύνοντο
bodyσῶμα, τό
bombτηλεβόλον, τό
bookβιβλίον, τό
bookβίβλος, ἡ
bootκόθορνος, ὁ
borer, gimletτέρετρον, τό
boring, tediousπροσκορής
both ... andτε ... καί
bothἀμφότεροι
bothἄμφω
bottleληκύθιον, τό
bottomπυγή, ἡ
bowl, boxκαλπίς, καλπίδος ἡ
boxingπυγμή, ἡ
branchκλάδος, ὁ
breadἄρτος, ὁ
breastplate-likeθωρακοείδης
breath, breeze, spiritπνεῦμα, τό
bridgeγέφυρα, ἡ
brightλαμπρός
bright, shiningφαιδρός
bring me from φέρωἔνεγκέ μοι
bronze (made of)χαλκοῦς
bronze potχαλκίον, τό
brooch, buckleπερόνη, ἡ
brought up; see τρέφωἔθρεψε
brownish greyὄρφνινος
bucket, binἄγγος
buildingοἰκίδιον, τό
building, roomοἰκοδόμημα, τό
busλεωφορεῖον, τό
bush, undergrowthθάμνος , ὁ
bushyδάσκιος
butἀλλά
buzz off!ἔρρε
by (in oaths)νή
by nameὀνόματι
by the shoreθῖνα, παρά
by Zeusμὰ Δία
bye! cheers!εἰς τὸ καλόν
cabbageῥάφανος, ὁ
cakeἄμυλος, ὁ
cakeπλακοῦς, πλακοῦντος, ὁ
calledκαλούμενος
calmly, quietlyἡσύχως
came (he/she)ἦλθεν
cameraκαμέρα, ἡ
cartἅμαξα, ἡ
cast offἀποβεβλημένος
catαἴλουρος, ὁ
cat-lovingφιλαίλουρος
cautiouslyεὐλαβῶς
cerealἄλφιτα, τά
cerealδημητριακά, τά
chairδίφρος, ὁ
chairθρόνος, ὁ
changeμεταβολή, ἡ
chariotἅρμα, τό
chariotὄχημα, τό
charity, almsgivingἐλεημοσύνη,ἡ
chatterboxσπερμόλογος
cheekπαρειά, ἡ
chef, cookμάγειρος, ὁ
childπαίς, παιδός, ὁ, ἡ
childishνεανικός
chin, beardγένειον, τό
chocolateσοκολατός
chosen, specialἐξαιρετός
ChristmasΧριστούγεννα, τά
cinemaκινημαθέατρον, τό
circleκύκλος, ὁ
cityπόλις, ἡ
clear, obviousδῆλος
clearlyδηλαδή
clearlyδηλονότι
cloakτρίβων, ὁ
cloakχλαῖνα, ἡ
clock, watchὡρολόγιον, τό
cloth, blanketὕφασμα, τό
clothesἐσθηματα, τά
clothesἱμάτια, τά
clothes, dressστολή, ἡ
clothingἐσθής, ἐσθῆτος, ἡ
cloudνέφος, τό
coat, jacketἐφεστρίς, ἡ
coil, spiralἕλιξ, ἕλικος, ἡ
coldψυχρός
colourlessἄχρους
combedἐκτενισμένος
completelyτελεῶς
completely, totallyπαντελῶς
completely; the famous ...πάνυ; ὁ πάνυ...
comprehensive (school)μονοτάξιος
computerὑπολογιστὴς ἠλεκτρονικός
confusionταράχη, ἡ
contemporary, of the same ageἡλικιώτης, ὁ
continuallyσυνεχῶς
contrivance, machineμηχάνημα, τό
cooked foodὄψα, τά
cornerγωνία, ἡ
correctly, properlyὀρθῶς
councillorβουλευτής, ὁ
countryside, cultivated landἄρουρα, ἡ
cousinἀνέψιος, ὁ
coveredσυγκεκαλυμμένος
cowedἐπτοημένος
craneγέρανος, ὁ
crashσύγκρουσις, ἡ
criticise, blameψέγω
cupboardσκευοθηκή, ἡ
cupboardσκευοφυλάκιον, τό
Cupid, love-godἘρώτιον, τό
custodian, keeperτεμενουρός, ὁ
customἦθος, τό
daddikinsπατρίδιον, τό
daddyπάππας, ὁ
dairyγαλακτοπωλεῖον, τό
dampμυδαλέος
damp, wetνοτερός
dappled, spottedκατάστικτος
darkἀμαυρός
darkσκοτεινός
dark, gloomyσκοτώδης
darknessζόφος, ὁ
darknessσκότος, ὁ
darlingτηλυγέτης
dative of ναῦςνήϊ
daughterθυγάτηρ, ἡ
dawnἕως, ἡ
dawn, day-breakὄρθρος, ὁ
dayἡμέρα, ἡ
dearestφίλτατος
deceivedἐψευσμένος
deepβαθύς
dense, close togetherἄθροος
destructive, accursedἀλιτήριος
deviceτέχνημα, τό
difficult, harshχαλεπός/P>
discordant, out of orderπλημμελής
disgrace (Dennis )δέννος, ὁ
display, exhibitionἐπίδειξις, ἡ
distiguished, notableἐπίσημος
divine (us. sarcastic!)θεσπέσιος
divine, god-like (ironic)δαιμόνιος
dogκύων, κυνός
door with frame and postsθυρώματα, τά
doorθύρα, ἡ
doorpostφλιά, ἡ
doubleδιπλάσιος
doubleδιπλοῦς
down, belowκάτω, κάτωθεν
downhillκάταντα
dreamἐνύπνιον, τό
dressedἐνδεδυμένοι
dressed, wearingἠμφιεσμένος
drillτρύπανον, τό
drinkποτός, ὁ
DuddikinsΔουδλιδίον, τό
DudleyΔούδλιος, ὁ
DudleyishΔουδλικός
DumbledoreΔιμπλόδωρος, ὁ
dustbinφορυτοδοχεῖον, τό
dusty, filthy, squalidαὐχμηρός
dwarfνᾶνος, ὁ
each dayὁσημέραι
each otherἄλληλοι
eachἕκαστος
eachἑκάτερος
eager, enthusiastic, keenπρόθυμος
eagleἀετός, ὁ
earοὖς, ὠτός, τό
earlierπρώην
earlyπρῴ
early, in the morningὄρθριος
earth, landγαία, ἡ
earth, landγή, ἡ
earthquakeσεισμός, ὁ
easily (without dust)ἀκονιτί
easyῥᾴδιος
eating-place, restaurantἑστιατόριον, τό
eats, foodἐδέσματα, τά
edibleἐδώδιμος
educationπαίδευσις, ἡ
eggᾤον, τό
elastic, rubberἐλαστικός
electronicἠλεκτρονικός
elephantἔλεφας, ἐλέφαντος,ὁ
eleven years oldἑνδεκαέτης
elevenἑκκαίδεκα
elevenἕνδεκα
eleventhἑνδέκατος
elsewhereἄλλοσε
emptyκενός
enclosedσυγκεκλῃμένος
engraved, embossedἐγκεχαραγμένος
entered (he/she)εἰσῄει
entertainmentψυχαγωγία, ἡ
enthusiasmσπουδή, ἡ
entranceεἴσοδος, ἡ
escapeδιαφύγη, ἡ
escaped notice (he/she)ἔλαθεν
especiallyἄλλως τε καί
eveningἑσπέρα, ἡ
evenlyὁμαλῶς
everπώποτε
ever, onceποτέ
every timeἑκάστοτε
everything, allπάντα, πανθ᾽
everywhereπανταχοῦ
evil, unpleasantκακοήθης
excellentχρηστός
exceptπλήν
excessive,περιττός
excessively, too muchἄγαν
excessively, too muchλίαν
excited, keenεὔθυμος
excitement, enthusiasmεὐθυμία, ἡ
excuse me!συγγνῶθί μοι
exhausted, tired outτετρυχωμένος
exit, way out, outingἔξοδος, ἡ
extended, stretched outἐκτεταμένος
extra-terrestrial, alienἐξωγήϊνος, ὁ
extreme hungerβουλιμία, ἡ
eyeὄμμα, τό
eyeὀφθαλμός, ὁ
eyebrowὀφρῦς, ἡ
face, headκόρρη, ἡ
face, maskπρόσωπον, τό
factory, workshopἐργαστήριον, τό
familyγένος, τό
far from, not to speak ofμὴ ὅτι ...
farπόρρω
far-seeing (ie TV)τηλεοπτικός
fat, very fatπαχύς; πάχιστος
fatherπατήρ, ὁ
father's, paternalπατρῷος
fatnessπάχος, τό
fearφόβος, ὁ
feast, festivalἑορτή, ἡ
fell (he/she) see πίπτωἔπεσεν
fellow pupilσυμμαθητής
fewὀλίγοι
filledἐμπεπλημένος
filthyῥύπαρος
finalτελευταῖος
fingerδάκτυλος, ὁ
fireπῦρ, τό
fireplace, hearthἐσχάρα, ἡ
fire-producing, explosiveπυροφόρος
firewood, kindlingφρύγανα, τά
firm, strongβέβαιος
firmlyβεβαίως
first meal; breakfast, lunchἄριστον, τό
firstπρῶτος
fit for a slave, vulgarδουλοπρεπής
five times as bigπενταπλάσιος
five timesπεντάκις
fiveπέντε
fleshσάρξ, σαρκός, ἡ
fleshless, skinnyἄσαρκος
fleshyσάρκινος
flight, escapeφυγή, ἡ
floor, groundἔδαφος, τό
footποῦς, ποδός
for example, thenαὐτίκα
for racing, competitiveἀγωνιστικός
for the sake of, because ofἕνεκα
for visitors, guestsξένιος
forγάρ
forearmπῆχυς, ὁ
foreheadμέτωπον, τό
foreign, strangeβαρβαρικός
foreigner, strangerβάρβαρος, ὁ
forgetfulἐπιλήσμων
fortyτετταράκοντα
four times as bigτετραπλάσιος
fourτέτταρες
fourthτέταρτος
free time, leisureσχολή, ἡ
FridayΠαρασκεύη, ἡ
friend, dearφίλος
friend, palἑταῖρος
friendlyφιλικός
from afarτήλοθεν
from everywhere, all sidesπαντάχοθεν
from hereἐνθένδε
from homeοἴκοθεν
from insideἔνδοθεν
from nearbyἔγγυθεν
from thereἐντεῦθεν
from where? whenceπόθεν;
fromἀπό, ἀπ᾽, ἀφ᾽
from, out ofἐκ, ἐξ
front doorαὔλειος,ἡ
front doorπρόθυρον, τό
frothed milkἀφρόγαλα, τό
frozen thing, icecreamπαγωτόν, τό
frying panτήγανον, τό
full (of)μεστός
gameπαιδιά, ἡ
game, toyπαίγνιον, τό
gapδιεστηκός, τό
gapingκεχηνώς
gardenκῆπος, ὁ
gear, equipmentσκεῦος, τό
generous, kindφιλάνθρωπος
gentlyπράως/P>
gently, politelyἠπίως
gently, slightlyἠρέμα
genuine, realἀληθινός
get up! Up!ἄνα
giantγίγας, γίγαντος, ὁ
givenδεδομένος
glad, pleasedἄσμενος
glaring (Gordon)γοργωπός
glassὕαλος, ἡ
glenνάφη, ἡ
gloom, despair, miseryἀθυμία, ἡ
glueyκολλητικός
go away!ἄπιθι
godθεός, ὁ
goingἰών, ἰόντος
golden, of goldχρυσοῦς
goneφροῦδος
good at running, fastδρομικός
good luckεὐποτμία
good order, disciplineεὐκοσμία, ἡ(
greenχλοαυγής
greenχλωρός
green-eyedγλαυκόμματος
greenhouse, hot-houseθερμοκήπιον
greyπολιός
greyφαιός
grey-greenγλαυκός
grown upἐκτελής
gumκόμμι, τό
gunὅπλον πυροβόλον, τό
habitἕξις, ἡ
habit, practiceἐπιτήδευμα, τό
habit; ὡς ἔθος = as usualἔθος, τό
had come (they)ἐληλύθεσαν
had seen (they)ἑωράκεσαν
HagridἈγριώδης
hairθρίξ, τρίχος, ἡ
hairκόμη, ἡ
hairχαῖτα, ἡ
halfἥμισυς
half-burntἡμίκαυστος
half-doneἡμιτελής
hallαὐλή, ἡ
hall, porchθυρών, ὁ
hammerτυπάς, τυπάδος, ἡ
handχείρ, ἡ
handsome, beautifulὠραῖος
hangerκρεμάστρα, ἡ(
hanging, danglingκρεμαστός
happening, disaster, accidentσυμφορά, ἡ
Happy Birthday!χρόνια πολλά
hardly anyoneἤ τις ἢ οὐδείς
Harry (the warrior, man of Ares)Ἄρειος
Harry-huntingἁρειοκυνηγία, ἡ
hat with brimπέτασος, ὁ
hatπῖλος, ὁ
having been brokenῥαγεῖσα
having been caughtἁλούς
having broken (f)κατεαγυῖα
having duckedκεκυφώςfrom κύπτω
having foundηὑρηκώς
having left, goneἐξελθών
having seenἰδών
having to be wornἐνδυτός
having turned overἀνατετραμμένοι
having twitchedἀνεσπακώς
having two wheelsδίκυκλος
he (she, it) was; they wereἦν, ἦσαν
he saidἦ δ᾽ ὅς
he saw, they sawεἶδε, εἶδον
he/she had; they had, I hadεἶχε, εἶχον
he/she saidἔφη
head teacherσχολάρχης, ὁ, ἡ
headκεφαλή, ἡ
head-firstπρανής
healingἀκεσφόρος
heartκαρδία, ἡ
hearth, fireplaceἑστία, ἡ
heavyβαρύς
heelπτέρνα, ἡ
heightὕψος, τό
hello! goodbye!χαῖρε
hereἐνθάδε
here, hitherδεῦρο
highὑψηλός
him, her, itαὐτόν, αὐτήν, αὐτό
himself, themselvesἑαυτόν, ἑαυτούς
hindranceκώλυσις, ἡ(
hingeστρόφιγξ, στρόφιγγος, ὁ
hirsute, shaggy, unkemptλάσιος
Hogwarts (οἶκος us.omitted)Ὑογοήτου οἶκος, ὁ
home, homewardsοἴκαδε
home, seatἕδρα, ἡ
honour, respectτιμή, ἡ
hopeἐλπίς, ἑλπίδος, ἡ(
horseἵππος, ὁ
hotθερμός
hourὤρα, ἡ
houseοἰκία, ἡ
how much? how many?πόσος; πόσοι;
how, thatὅπως
how?πῶς;
howeverμέντοι
however, neverthelessὅμως
huge, enormousπαμμεγέθης
human, man, personἄνθρωπος, ὁ / ἡ
hurrah! well done!εὔγε
hutκαλύβη, ἡ
I abuse, curseλοιδορέω
I address, attack (verbally)καθάπτομαι
I admire, wonder atθαυμάζω
I admit, confessὁμολογέω
I advance, go forward, progressπροχωρέω
I allowἐάω
I am a bankerτραπεζιτεύω
I am a studentμαθητεύω
I am aliveφάει; ἐν φάει εἰμί
I am amazedτέθηπα
I am angry with ...δι᾽ ὀργῆς ἔχω
I am ashamed, feel shameαἰσχύνομαι
I am at a loss, upset, bewilderedἀπορέω
I am away from homeἐκδημέω
I am away, absentἄπειμι
I am away, not at homeἀποδημέω
I am bad temperedδυσκολαίνω
I am bad temperedδυσκόλως ἔχω
I am calm, good-temperedεὐκόλως ἔχω
I am coldῥῆμα,τό
I am deadτέθνηκα
I am disposed, am naturallyδιάκειμαι
I am distantἀπέχω
I am distressed, worryταλαιπωρέω
I am fed upκεκόρημαι
I am fortunateεὐτυχέω
I am general, in commandστρατηλατέω
I am goneοἴχομαι
I am in the middleμεσόω
I am in two mindsἐνδοιάζομαι
I am keenσπουδάζω
I am loaded, burdenedγέμω
I am madμαίνομαι
I am on holiday, at leisureσχολάζω
I am pleased, enjoy myselfἥδομαι
I am presentπάρειμι
I am sick, illνοσέω
I am sick, vomitναυτιάω
I am silent, keep quietσιωπάω
I am slow, lateβραδύνομαι
I am stupidεὐηθίζομαι
I am thirstyδιψάω
I am tossed (by waves), bobσαλεύω
I am totally concentrating on...ὅλος ἔχω περί τι
I am unluckyδυστυχέω
I am weighed down, upsetβαρύνομαι
I am well-known, famousεὐδοκιμέω
I amπέφυκα
I anger, enrageὀργίζω
I announce, reportἀγγέλλω
I answer, replyἀποκρίνομαι
I anticipate, do it firstφθάνω
I appear, seemφαίνομαι
I applyπροσέχω
I approach, draw nearπλησιάζω
I argue with, prove wrongἐλέγχω
I argueἀντιλέγω
I argue, disputeφιλονικέω
I arriveἀφικνέομαι
I ask questionsἱστορέω
I ask questions, enquireἀνιστορέω
I ask, questionἐρωτάω
I ask, thinkἀξιόω
I awakenἐγείρομαι
I badger, importuneλιπαρέω
I bare, stripγυμνόω
I bark, yelpὑλακτέω
I beat, hitπαίω
I beat, hitτύπτω
I beat, pound, flutter (heart)ἀναπτοέω
I beg, beseechἀντιβολέω
I begin, am first, ruleἄρχω
I belittle, demeanὀλιγωρέω
I bend downκατακύπτω
I beware, watch outεὐλαβέομαι
I bewitch, put a spell onκηλέω/P>
I bite offἀποδάκνω
I blameμέμφομαι
I blink, closeμύω
I blow (wind)ἐπιπνέω
I blow throughδιαπνέω
I blowφυσάω/P>
I blush, go redἐρυθριάω
I boastμεγαλαυχέομαι
I boastσεμνύνομαι
I bow, do obeisanceπροσκυνέω/P>
I breakῥήγνυμι
I bring up, rearτρέφω
I bring, carry, bearφέρω
I bring, carry, conveyκομίζω
I bubble up, boil overἐπιζέω
I bump into, crashπροσκρούω
I burgleτοιχορυχέω/P>
I burnκαίω
I burn, blazeφλέγομαι
I burn, incinerateκατακαίω
I burn, set on fireδιακαίω
I burst out laughingἀνακαγκάζω
I buyὠνέομαι
I call by nameἐπονομάζω
I callκαλέω
I can, am ableδύναμαι
I can, am ableοἷός τ᾽ εἰμί
I careκήδομαι
I carry, wearφορέω
I catchσυλλαμβάνω
I challenge, crtiticiseἐγκαλέω
I change my mindμετανοέω
I change, alterμεταλλάττω
I chase, pursueδιώκω
I chokeἀποπνίγω
I chooseπροαιρέομαι
I clamberἀναρριχάομαι
I clashἀπᾴδω
I clean outἐκκαθαίρω
I coil roundπεριελίττω
I comb my hairκτενίζομαι
I come to be, become, growγίγνομαι
I come, goβαίνω
I competeἀνταγωνίζομαι
I completeἀπεργάζομαι
I confuse, disturbταράττω
I console, comfortπαραμυθέομαι
I consult, advise, planβουλεύω
I continue (speaking)ἀναλαμβάνω
I continue to bringπροσκομίζω
I contrive, inventμηχανάομαι
I converse, chatδιαλέγομαι
I cookὀπτάω
I corrupt, spoilδιαθρύπτω
I count upκαταριθμέω
I countἀριθμέω
I coverκαλύπτω
I creep towardsπροσέρπω
I creep, moveἕρπω
I crouchὀκλάζω
I crushσυνθραύω
I curse, swear atσκορακίζω
I cut (hair)κείρω
I dangle, hangἐξαρτάω
I dareτολμάω
I dart, move quickly, flashᾄττω
I deceive, trickψεύδω
I decorate, embroiderποικίλλω
I defend myself, resistἀπαμύνομαι
I delay, hold backχρονίζω
I demandἀπαιτέω
I demandπροσαιτέω
I desireἐπιθυμέω
I desire, wish forποθέω
I despair, am despondentἀθυμέω
I destroy; κατ᾽ἄκρας = utterlyδιαφθείρω
I die, am killedἀποθνῄσκω
I differδιαφέρω
I dine, have dinnerδειπνέω
I dip, dyeβάπτω
I disbelieveἀπιστέω
I dispute, debate, argueἀμφισβητέω
I dissolve, abolishδιαλύω
I distilἀποστάζω
I do not care, neglect, leaveἀμελέω
I do not knowἀγνοέω
I doδράω
I doἐκπράττω
I doπράττω
I do, drive, celebrateἄγω
I doze, nod offνυστάζω
I drag, trailσύρω
I dramatise, show offτραγῳδέω
I dreadὀρρωδέω
I dreamὀνειροπολέω
I dream, imagineφαντάζομαι
I dress, am dressedἀμπέχομαι
I drink to, toastπροπίνω
I drinkπίνω
I drive awayἀπελαύνω
I driveἐλαύνω
I dryξηραίνω
I duck, crouch downκύπτω
I embraceπεριπλέκω
I encloseἐγκλείω
I enjoyἀπολαύω
I enjoyτέρπομαι
I enrageἀγριόω
I enter, go inεἰσέρχομαι
I entertainξενίζω
I entrust, turn overἐπιτρέπω
I escape noticeλανθάνω
I escapeἐκφεύγω
I examineἐξετάζω
I exercise, trainγυμνάζομαι
I exist, amὑπάρχω
I explainἐκφράζω
I explainἐξηγέομαιi
I extinguishσβέννυμι
I fal downκαταπίπτω
I fall down, collapseσυμπίπτω
I fall upon, attackἐπιπίπτω
I fallπίπτω
I fearδέδια
I fearφοβέομαι
I feastἑορτάζω
I feel coldψύχομαι
I feel nausea, detestβδελύττομαι
I find food, eatσιτέομαι
I find outπυνθάνομαι
I findεὑρίσκω
I finishτελευτάω
I fitἁρμόζω
I fix, fasten, freezeπήγνυμι
I fix, nailἐμπήγνυμι
I flatterκολακεύω
I flatter, suck upθωπεύω
I fling downῥάττω
I float in the air, hover, swingαἰωρέομαι
I fly aroundπεριπέτομαι
I flyπέτομαι
I followἕπομαι
I followσυνακολουθέω
I force, compelἀναγκάζω
I force, compelβιάζομαι
I foretellπρολέγω
I forgetἐπιλανθάνομαι
I freak out, go crazyπαντοῖός εἰμι
I fryτηγανίζω
I gape, am amazedχάσκω
I gather, flock roundσυναθροίζομαι
I get caughtἁλίσκομαι
I get hold of, obtainκαταλαμβάνω
I get in, on, embarkἐμβαίνω
I get off, disembarkκαταβαίνω
I get punishedδίκην δίδωμι
I get readyεὐτρεπίζομαι
I get together, meet withσυγγίγνομαι
I get, acquireκέκτημαι
I give back, returnἀποδίδωμι
I give birth toγεννάω
I giveδίδωμι
I giveδωρέω
I glower atὑποβλέπω
I go acrossὑπερβαίνω
I go away, leaveἀπέρχομαι
I go away, leaveἀποβαίνω
I go down togetherσυγκαταβαίνω
I go often, frequent, hauntφοιτάω
I go quiet, fall silentἀποσιωπάω
I go to bedκλίνομαι
I go to sleepἀποκοιμάομαι
I go upἀναβαίνω
I gobble downκαταβροχίζω
I grieve, am sorryλυπέομαι
I groanστένω; στενάζω
I groan, lamentὀτοτύζω
I grow annoyedἀγανακτέω
I grow backἀναφύω
I grow upἡβάσκω
I growφύω
I grumble, complainδυσχεραίνω
I guard, protect, bewareφυλάττω
I guessεἰκάζω
I guessὑπονοέω
I hand overπαραδίδωμι
I happen, chanceτυγχάνω
I harm, hurt, damageβλάπτω
I hateμισέω
I have a lickπεριλιχμάομαι
I have comeἥκω
I have in mind, intendἐν νῷ ἔχω
I have received, takenεἴληφα
I have room forχωρέω
I haveἔχω
I healἰατρεύω
I hearἀκροάομαι
I hear, listenἀκούω
I hesitate, ditherἀποκνέω
I hiccupλύζω
I hideκρύπτω
I hide, concealἀποκρύπτω
I hissσυρίττω
I hit, punchπατάξω
I hit, strike, beatπλήττω
I hold back, restrain myselfἀπέχομαι
I honourτιμάω
I hopeἐλπίζω
I humμινυρίζω
I hunt, sniff outἐρευνάω
I hurryἐπείγομαι
I hurryσπεύδω
I hurtλυπέω
I illuminate, light upδιαφωτίζω
I imagine, thinkδοξάζω
I imaginedἐφαντάσθην
I inscribe, embossἐγχαράττω
I inscribe, write onἐπιγράφω
I insult, assaultὑβρίζω
I intendμέλλω
I interfere, fussπολυπραγμονέω
I interpretἑρμηνεύω
I interruptὑπολαμβάνω
I join in looking throughσυνδιασκοπέω
I judge, decideκρίνω
I jump upἀναπηδάω
I jumpἅλλομαι
I keep silent, hushεὐφημέω
I keep watchἐπιτηρέω
I keepsilent σίγα = be quiet!σιγάω
I kickλακτίζω
I killἀποκτείνω
I kissπροσφιλέω
I knock away, push awayἐκκρούω
I knock downκαταβάλλω
I knock, bangκόπτω
I knowἐγῷδα
I know, recognise, find outγιγνώσκω
I laugh at, mockκαταγελάω
I laugh mockinglyσαρδάνιον γελάω
I laughγελάω
I lead forward, drive onπροσάγω
I lean forwardπροσκύπτω/P>
I lean onἐπικλίνομαι
I learnμανθάνω
I leave behindκαταλείπω
I leave behindπαραλείπω
I leaveλείπω
I lie awakeἀγρυπνέω
I lie down, go to bedκατακλίνω
I lie, am placedκεῖμαι
I lightἀνάπτω
I liken, compareπροσεικάζω
I live in, dwellἐνοικέω
I live nearbyπεριοικέω
I live next doorπαροικέω
I liveζάω
I live, spend my lifeδιαιτάομαι
I loadγεμίζω
I lock, shut tightσυγκλείω
I lodgeκαταλύω
I long for, covetγλίχομαι
I look (at)προσβλέπω
I look aroundπερισκοπέω
I look atθεωρέω
I look daggers (lit. mustard)νᾶπυ βλέπω
I look daggersδριμὺ βλέπω
I lookβλέπω
I lookδιασκοπέω
I love, kissφιλέω/P>
I make a fuss, complainσχετλιάζω
I make a geographical desriptionγεωγραφέω
I make a noise like a trumpetσαλπίγγω
I make a noiseβρέμω; βρέμομαι
I make a noiseθορυβέω
I make a noiseψοφέω
I make a noise, bang, beatκροτέω
I make an appearanceὑποφαίνομαι
I make disappearἀφανίζω
I make for, go forμετέρχομαι
I make light, brightenφωτίζω
I make myself breakfastἀριστοποιέομαι
I make numbναρκόω
I make slip, cause to fallσφάλλω
I make warδιαπολεμέω
I make, doποιέω
I master, controlκρατέω
I meetἐντυγχάνω
I mingle, mixὁμιλέω
I miss, make a mistake, loseἁμαρτάνω
I mock, snigger, cackleκαχάζω
I move forward, advanceπροβαίνω
I move house, migrateμετοικέω
I move, affectκινέω
I murderφονεύω
I mutterμύζω
I mutter, gruntτονθορύζω
I nail, bang in nails, embossκαθηλόω
I name, callὀνομάζω
I nod forwards (say yes)κατανεύω
I nod upwards, say noἀνανεύω
I nodνεύω
I obtain, getλαγχάνω
I offer, hold outπαρατείνω
I openἀνοίγνυμι
I openedἀνέῳξα
I order, prescribeἐπιτάττω
I order, tellκελεύω
I organise, sort outπροχειρίζω
I overhearπαρακούω
I overlook, ignoreπεριοράω
I oversee, watchἐπισκοπέω
I owe, oughtὀφείλω
I own, control, haveκατέχω
I pantἀσμαίνω
I pant, breathe heavilyπνευστιάω
I pardon, forgiveσυγγιγνώσκω
I pass the nightνυκτερεύω
I peep outπροκύπτω
I perceive, noticeαἰσθάνομαι
I persuadeπείθω
I phone, ring upτηλεφωνέω
I pick out, selectἐκλέγω
I pinch, tormentπιέζω
I pity, feel sorry forοἰκτίρω
I place no value on, belittleπερὶ οὐδενὸς ποιοῦμαι
I place, putἐπιτίθημι
I play, jokeπαίζω
I pleaseἀρέσκω
I plot againstἐπιβουλεύω
I point with the fingerδακτυλοδεικτέω
I pokeσκαλεύω
I poke, hitῥαπίζω
I pop upἀνακύπτω
I pourλείβω
I practise, exerciseἀσκέω
I prepare, makeκατασκευάζω
I prepare, makeπαρασκευάζω
I prepare, make, manufactureσκευάζω
I prepare, packσυσκευάζομαι
I preserve (food)ταριχεύω
I pretend to be ignorantεἰρωνεύομαι
I pretend, feignπροσποιέομαι
I preventἀποκωλύω
I proceed, walkβαδίζω
I promise, undertakeὑπισχνέομαι
I prosper, am luckyεὐδαιμονέω
I pull apartδιέλκω
I pull out (hairs)ἀποτίλλω
I pushὠθέω
I push, forceἀναβιβάζω
I put awayἀποτίθημι
I put beside, compareπαρατίθημι
I put downκατατίθημι
I put in front, shieldπροβάλλω
I put inἐντίθημι
I put onἐνδύω
I put on; am huggedπεριβάλλομαι
I put out, carry outἐκτίθημι
I put out, extinguishκατασβέννυμι
I put together, composeσυντίθημι
I raise, lift upαἴρω
I readἀναγιγνώσκω
I realise, understandσύνοιδα ἐμαυτῷ/P>
I reason, calculate, thinkλογίζομαι
I reason, work outδιαλογίζομαι
I receive, acceptδέχομαι
I recogniseγνωρίζω
I rejoiceγέγηθα
I rejoiceχαιρέω
I rejoice, am happyεὐφραίνομαι
I remain, stay, waitμένω
I rememberἀναμιμνήσκομαι
I rememberμέμνημαι
I remove, eliminateκκαθαίρω
I remove, separateἀπαλλάττω
I remove, take offἀναιρέω
I repent, am sorry, regretμεταμέλει μοι
I reportἐξαγγέλλω
I resembleὁμοιόω
I resound, make a noiseἠχέω
I retreat, go backἀναχωρέω
I rideἡνιοχέω
I rideἱππεύω
I ride, travelὀχέομαι
I rise in the airμετεωρίζω
I roar backἀντιφθέγγομαι
I rub out, exterminateἐξαλείφω
I run a risk, am in dangerκινδυνεύω
I run with, sympathiseσυντρέχω
I runτρέχω
I sackδιαπορθέω
I saveσῴζω
I save, rescueδιασῴζω
I say in replyἀντιπαταγέω
I say, allegeφάσκω
I say, tellλέγω
I say, you sayφημί, φῄς
I scare birds; strutσοβέω
I scowl, glareσκυθρωπάζω
I scratchκνάομαι
I search forἀνερευνάω
I seeὁράω
I see, catch sight ofκαθοράω
I seek, search forζητέω
I send in replyἀντεπιτίθημι
I sendἐπιστέλλω
I send, dispatchδιαπέμπω
I send, emitἵημι
I separate, tell the differenceδιορίζω
I set out, beginὁρμάομαι
I set straight, repairἀνορθόω
I shakeσείω
I shake, waveδιασείω
I shall bring, carryοἴσομαιfrom φέρω
I shall seeὄψομαι
I share, take part inμετέχω
I shineἐκλάμπω
I shineλάμπω
I shine, sparkleμαρμαίρω
I shootἐκριπίζω
I shopἀγοράζω
I shoutἀναβοάω
I shoutβοάω
I shoutκέκραγα
I show friendship toφιλοφρονέομαι
I show myself, make myself ...παρέχω ἐμαυτόν
I show, demonstrateἐνδείκνυμι
I show, point toδείκνυμι
I shut in, imprisonεἴργω
I shut, lockκλείω
I signify, signal, showμηνύω
I singᾄδω
I sitκάθημαι
I sitκαθίζω
I slamἐπαράττω
I sleepκαθεύδω
I sleepκοιμάομαι
I sliceτεμαχίζω
I slip, slide, slitherὀλισθάνω
I slither pastπαρολισθάνω
I smashἀράττω
I smashδιαρρήγνυμι
I smear, spreadἀλείφω
I smellὀσφραίνομαι
I smell, emit odourὄζω
I smileμειδιάω
I smileὑπογελάω
I smoulderτύφομαι
I snatch awayἀφελκω
I snatch fromἀφαρπάζω
I snatch, grabἁρπάζω
I sneer, snigger, jeerἐπισκώπτω
I sneer, turn up my nose atμυκτηρίζω
I snoreῥέγκω/P>
I snortμυχθίζω
I soak, make wetβρέχω
I speakαὐδάω
I speedταχύνω
I spend the dayδιημερεύω
I split, tear apartσχίζω
I spyἐφοράω
I stand apartἀφίσταμαι
I stand by, stand up forπαρίσταμαι
I stand off, stand backἀπανίστημι
I stand over, superviseἐφίσταμαι
I stand upἀνίστημι
I stand, amκαθίστημι
I stareἀτενίζω
I steal, robκλέπτω
I stick, glueκολλάω
I stinkἀπόζω
I stopπαύω
I strangleσφίγγω
I stream in, flow inἐπιρρέω
I stream with tearsδακρυρροέω
I stretchκατασπάζω
I stretchτείνω
I suck up to daddyπαππίζω
I suffer, experienceπάσχω
I suppose, believe; leadἡγέομαι
I swallowκαταπίνω
I swearἐπόμνυμι
I sweetenἡδύνω
I swimνήχω, νήχομαι
I take badlyχαλεπῶς φέρω
I take heart, cheer upθαρρέω
I take in, fosterἀναιρέομαι
I take outἐξέλκω
I take part in a festival, fairπανηγυρίζω
I takeλαμβάνω
I talk in privateκοινολογέομαι
I talk nonsenseφλυαρέω
I talkἀγορεύω
I talk, chat, babbleλαλέω
I tasteγεύομαι
I teach, explainδιδάσκω
I tear, rip apartσπαράττω
I tell a storyμυθολογέω
I tell the truthἐπαληθεύω
I thankεὐχαριστέω
I thank, give thanksχάριν οἶδα
I think deeply, studyφιλοσοφέω
I think, ponderφρονέω
I think, ponderφροντίζω
I think, supposeοἴομαι, οἶμαι
I think, suppose, imagineνομίζω
I throw (away)ἀποβάλλω
I throw awayἀπορρίπτω
I throw into confusionσυγχέω
I throw mud at, abuseπροπηλακίζω
I throwβάλλω
I tie (a knot)συνάπτω
I tie together, fixσυνδέω
I tormentαἰκίζομαι
I touchἅπτομαι
I track, stalkἰχνεύω
I travelὁδοιπορέω/P>
I travel, driveἐποχέομαι
I tread on, stampκαταπατέω
I tread, walk, stepπατέω
I tremble, shakeτρέμω
I tripὑποσκελίζω
I trustπιστεύω
I tryἐπιχειρέω
I tryπειράομαι
I try, set my hand toἐγχειρέω
I turn paleὠχριάζω
I turn roundμεταστρέφομαι
I turn roundπεριστρέπτω
I turnστρέφω
I turnτρέπω
I twangψάλλομαι
I twist, bendλυγίζω
I twist, hold backἀποστρέφω
I twitchἀνασπάω
I uncover, unwrapἐκκαλύπτω
I undergo, endureὑπομένω
I understandσυνίημι
I understand, know how toἐπίσταμαι
I unfoldἁπλόω
I unfold, openδιαπτύττω
I use; borrowχράομαι
I utter, send outπροΐεμαι
I utter, speakφθέγγομαι
I vomitἐμέω
I wagσαίνω
I wail aloudἀνοιμόζω
I waitπεριμένω
I wake up, disturbἐξεγείρω
I walkπεριπατέω
I wander aboutπεριπλανάομαι
I warm upἀλεαίνω
I warmθερμαίνω
I warnπαραινέω
I wash (clothes)πλύνω
I washλούω
I watch televisionτηλεοράω
I watch, lookθεάομαι
I watch, observeτηρέω
I wave my armsχειρονομέω
I wear outκατατρίβω
I weave, plait, twisπλέκω
I weepδακρύω
I weepκλαίω
I wet, soakδιαβρέχω
I whimperκνυζέομαι
I whisperψιθυρίζω
I win, beatνικάω
I wink, blinkσκαρδαμύττω
I wipe (my nose)ἀπομύττω
I wipe awayἐξομόργνυμι
I wish, wantβούλομαι
I wish, wantἐθέλω
I wish, wantθέλω
I wonder, thinkἐνθυμέω
I wonder, thinkἐννοέω
I work out, calculateἐκλογίζομαι
I worry, am at a lossἀμηχανέω
I woundτραυματίζω
I wrestle withπροσπαλαίω
I wriggle awayἐξελίττομαι
I wriggle, writheἰλυσπάομαι
I write backἀντιγράφω
I write, drawγράφω
I yellὀλολύζω
I yell, screamἰαχέω
Iἐγώ, ἔγωγε
icecream ladyπαγωτοπωλίς, ἡ
ifἐάν
ifεἰ
ignoble, commonἀγέννης
illogical, weirdπαράλογος
imaginationφαντασία, ἡ
immediatelyπαραυτίκα
impossibleἀδύνατος
in a foreign accentμιξοβάρβαρος
in a friendly wayεὐμενῶς
in accord with, downκατά
in all directionsπανταχόσε
in an instantἀκαρεῖ / ἐν ἀκαρεῖ
in an orderly wayκοσμίως
in common, publicκοινός
in every way, totallyπαντάπασι
in fact, in realityἔργῳ δέ
in Greekἑλληιστί
in no wayμηδαμῶς
in order toἵνα
in realityτῷ ὄντι
in the darkσκοταῖος
in the morningἐώθινος
in the opposite direction, backἔμπαλιν
in theory ...λόγῳ μέν ...
in turnἑξῆς
in vainμάτην
in, at, onἐν
incredibleἄπιστος
indeedδή
indiscipline, chaosἀκολασία, ἡ
inexpensive, cheapἀδάπανος
inn, pub, hotelπανδοκεῖον,τό
innovate, start something newκαινίζω
inscriptionἐπιγραφή, ἡ
insideεἴσω
insideἔνδον
insideἐντός
instead of, in return forἀντί
intent, with concentrationἀτενής
intoεἰς, ἐς
intoxicatingμεθυστικός
isἐστίν
islandνῆσος, ἡ
isletνησίδιον, τό
it becomes me, I oughtπρέπει μοι
it being necessary; for a necessary purposeδέον; ἐς τὸ δέον
it being possibleἔξον
it concerns, it mattersμέλει
it happenedἔτυχεν
it happensσυμβαίνει
it is enough for meἀποχρᾷ μοι
it is necessaryδεῖ
it is necessaryχρή
it is possible for me, I mayπάρεστί μοι
it is possibleἔξεστι
it is possible, naturalἑνδέχεται
it is rumouredδιετεθρύλητο
it is too much, over the topὑπερβάλλει
it profits me, does me goodλυσιτελεῖ μοι
it seems (good)δοκεῖ
it seemsἔοικεν
JamesἸάκωβος
jarring, discordantἄμουσος
Joan, JoannaἸωάννα
juiceχυμός, ὁ
keeper of the keysκλειδοφύλαξ, ὁ
KentΚαντία, ἡ
key-holeκλειθρίδιον, τό
kitchenμαγειρεῖον, τό
kitchenὀπτάνιον, τό
kneeγόνυ, γόνατος, τό
knew; see also χάριν οἶδαἤδεσαν, ᾔδει
knickerbocker gloryθυλακοδόξα, ἡ
knobblyὀζώδης
knotἅμμα, ἅμματος, τό
knowingεἰδώς
knuckleκόνδυλος, ὁ
ladder, step, stairsκλῖμαξ, κλίμακος ἡ
lame, limpingχωλός
lampλύχνος, ὁ
lamp-postλυχνέων, ὁ
land, plot, bedγύη, ἡ
landladyπανδοκεύτρια, ἡ
last yearπέρυσιν
last, final, endἔσχατος
lateὄψιος
laterὀψιαίτερον
laterὕστερον
laughter, ridiculeγέλως, γέλωτος, ὁ
lavatoryἄφοδος, ἡ
lavatoryκώπρων, ὁ
laziness, slacknessῥᾳθυμία
leap, jumpπήδημα, τό
least, very littleἐλάχιστος
leatherδιφθέρα, ἡ
leek-coloured, greenπράσινος
left, evil-intentionedσκαιός
left, left-handἀρίστερος
leftoversλείψανον, τό
legσκέλος, τό
lemon-flavouredλεμώνιος
lessἥττων
let him comeἐλθέτω
let's ignore itχαιρέτω
letterἐπιστολή, ἡ
letter-boxγραμματοκιβώτιον, τό
letter-likeἐπιστολικός
letters, writingγράμματα, τά
libraryβιβλιοθήκη, ἡ
lidπῶμα, τό
lifeβίος, ὁ
lightφῶς, φῶτος, τό
light, thinλεπτός
lighterἀναπτήριον, τό
lightning flashἀστραπή, ἡ
lightsφανάρια, τά
like a chefμαγειρικῶς
likeδίκην
like, resemblingεἴκελος
lineστίχος, ὁ
lionλέων, λέοντος ὁ
lipχεῖλος, τό
little bag, trousers, pocketθυλάκιον, τό
little boyπαιδάριον, τό
little child, babyπαιδίον, τό
little hatπιλίδιον, τό
little manἀνθρωπίσκος, ὁ
lived in (they)ἐνῴκουν
lizardγαλεώτης, ὁ
loathsome, vileβδελυρός
localἐπιχώριος
lock (of hair)πλόκος, ὁ
LondonΛόνδινον, τό
longδολιχός
longταναός
long-neckedδολιχαύχην
look atσκοπέω
look! lo!ἰδού
look!ἤν
looked (he/she)ἔβλεψε
loosen, undo, openλύω
loud noise, crashπάταγος, ὁ
loud noise, thudκτύπος, ὁ
loud noise, thumpδοῦπος, ὁ
machine, deviceμηχάνη, ἡ
madἔκφρων
mad, insaneἄφρων
mad, insaneμανικός
made of glassὑάλινος
made of leatherσκυτινός
madly, furiouslyμανικῶς
magician, wizardμάγος, ὁ
main roadἁμάξιτος, ἡ
main road, highwayλεωφόρος, ἡ
make a noise, boom, buzzβομβέω
man, maleἀνήρ, ἀνδρός ὁ
man-killingἀνθρωπόκτονος
man-like, humanoidἀνθρωποείδης
many, muchπολλοί
mapπίνακιον γεωγραφικόν
mark, impressionχαρακτήρ, ὁ
market-place, town-centreἀγορά, ἡ
matφορμός, ὁ
may it not happen, god forbid!μὴ γένοιτο
may you come to a bad end!ἀπόλοιο
McGonagall (wizard - sweetie)Μαγονωγαλέα, ἡ
measureμέτρον, τό
meatκρέας, κρέατος τό
memoryμνήμη, ἡ
memory, recollectionἀνάμνησις, ἡ
men's quartersἀνδρῶν, ὁ
mentioned, spoken ofεἰρημένος
meteorologistμετεωρολογικός
middayμεσημβρία, ἡ
middleμέσος
midnightμεσονύκτιον, τό
mild, gentleπρᾶος
milkγάλα, γάλακτος, τό
mind you don't ...ὅπως μή
mind, brainνοῦς, νόος, ὁ
minuteλεπτόν, τό
mirrorκάτοπτρον, τό
miserable, wretchedἄθλιος
missed (he/she)ἥμαρτεν
mistὁμίχλη, ἡ
mistake, errorἁμάρτημα, τό
Mme Pomfrey ("blister")Πομφόλυξ, ἡ
MondayΔευτέρα, ἡ
money, silverἀργύριον, τό
monkey, apeπίθηκος, ὁ
monthμείς, μῆνος, ὁ
moon-shapedμηνοείδης
more easilyῥᾶον
more, ratherμᾶλλον
more; mostπλέων; πλεῖστος
most beautifulκάλλιστος
moth-eatenσητόβρωτος
motherμήτηρ, μητρός, ἡ
mother's sister, auntτηθίς, ἡ
mother's, maternalμητρῷος
motionlessἀκίνητος
mouse, ratμῦς, μυός, ὁ
moustacheμύσταξ, μύστακος, ὁ
mouthστόμα, τό
movementκίνησις, ἡ
Mr DursleyΔούρσλειος, ὁ
Mrs DursleyΔουρσλεία, ἡ
Mrs Figg (fig tree)Συκέα, ἡ
much, a lotπολύς, πολλή, πολύ
much, a lot, veryμάλα, μαλ᾽
muddy, foulθολερός
Muggle (= field mouse)Μύγαλος, ὁ
multi-storeyπολυόροφος
mummyμάμμη, ἡ
must be givenδοτέος
musty, stale, rottenσαπρός
my dear chapὤγαθε
my, mineἐμός
myriads, umpteenμυρίοι
myrrh, perfumeμύρον, τό
myrtle (Greek shrub)μύρσινος, ὁ
nailγόμφος, ὁ
naked, bareψιλός
nameὄνομα, τό
narrow, small, crampedστενός
nasty, mean, unpleasantφαῦλος
naturally, reasonablyεἰκότως
natureφύσις, ἡ
naughtyἀκόλαστος
nautical, sailor'sναυτικός
nearbyπλήσιον
nearestἐγγύτατος
nearlyμόνον οὐ, μονονουχί
nearly, more or lessσχέδον
neat wineἄκρατος, ὁ
necessityἀναγκή, ἡ
neckαὔχην, ὁ
neckτράχηλος, ὁ
neck-binder, tieλαιμοδέτης, ὁ
neighbourγείτων, γείτονος, ὁ
neither ... norμήτε ... μήτε
neither ... norοὔτε ...οὔτε
neitherοὐδέτερος
nephewἀδελφιδοῦς, ὁ
never yet, never beforeοὐπώποτε
neverοὐδέποτε
new, novelκαινός
new, youngνέος
newly purchasedνεώνητος
newly, recentlyνεωστί
newsἀγγελία, ἡ
newspaperἐφημερίς, ἡ
nextὑστεραῖος
nightνύξ, νυκτός ἡ
nineἐννέα
ninthἔνατος
no longerμήκετι
no longerοὐκέτι
no one, nothingμηδείς, μηδεμία, μηδέν
no one, nothingοὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν
no, not at allἥκιστα
nobleγένναιος
noiseκρότος, ὁ
noiseψόφος, ὁ
noise, dinθόρυβος, ὁ
noiselessly, without a soundἀψοφητί
nonsense, tomfooleryβωμολοχία, ἡ
normal, customaryνόμιμος
normal, reasonable, moderateμέτριος
nose-wiper, handkerchiefῥινόμακτρον, τό
nostrils, noseῥῖνες, αἱ
not at all, in no wayοὐδαμῶς
not but what, althoughοὐ μὴν ἀλλά
not thatοὐ μὴν οὐδέ
not yetοὔπω
notοὐ, οὐκ, οὐχ
not; don't ...μή
noteἐπιστόλιον, τό
noticed, caught sight ofκατεῖδε
now, alreadyἤδη
now; οἱ νῦν = people todayνῦν, νυνί
nowhereμηδαμοῦ
numberἀριθμός, ὁ
o (addressing someone)
obviousφανερός
occasion, special occasionεὐκαιρία, ἡ
of a pig, pig'sχοιρεῖος
of every kindπανταδαπός
of ice, icyκρυστάλλινος
of liliesλείρινος
of old, long ago, onceπάλαι
of waxκήρινος
oftenθάμα
often, many timesπολλάκις
oily, greasy, sleekλιπαρός
old manγέρων, γέροντος ὁ
old woman, croneγραῦς, γραός, ἡ
old, ancientἀρχαῖος
old, ancient, formerπαλαιός/P>
olderγεραίτερος
on one's backὕπτιος
on one's kneesγνύξ
on that dayαὐθήμερον
on the contraryμὲν οὖν
on the groundχαμαί
on the one hand ... on the otherμέν ... δέ
on the other sideἑτέρωθι
on tiptoeποσὶν ἄκροις
once, one timeἅπαξ
oneεἷς, μία, ἕν
one, the otherἕτερος, ὁ
onlyμόνον
opinionγνώμη, ἡ
oppositeδιάμετρος
opposite, againstἐνάντιον
orbit, revolutionπεριστροφή, ἡ
order, control, disciplineκόσμος, ὁ
orderly, disciplinedκόσμιος
otherἄλλος
ourἡμετέρος
out of bedἀπόκοιτος
out of breathδύσπνους
out of fromἐξ
out of the wayἐκποδών
outsideἔξω, ἔξωθεν
outside, apart fromἐκτός
outside, apart fromχωρίς
overwhelmed, smittenἐκπεπληγμένος, ἐκπλαγείς
owlγλαῦξ, γλαῦκος, ἡ
owl-carrying, full of owlsγλαυκόφορος
owner, masterκύριος
painful, irritatingλυπηρός
pardon, forgivenessσυγγνώμη, ἡ
parentγονεύς, ὁ
parentτοκεύς, ὁ
parentsτέκοντες, οἱ
parrotψιττακός
part, shareμέρος, τό
pass, ensue (of time)ἐπιγίγνομαι
passage, corridor, short cutδιοδός, ἡ
passer-byπαριών, παριόντος, ὁ
past, beside, fromπαρά
paymentἀπόδοσις, ἡ
peace, quietἡσυχία, ἡ
peacefulἡσυχαῖος
people, communityδῆμος, ὁ
perhapsἴσως
perhapsτάχα
photoφωτογραφία, ἡ
picture, writingγραφή, ἡ
Piers (Fatty)Πιαρός
pigδελφάκιον, τό
placeτόπος, ὁ
placeχωρίον, τό
plan, schemeβούλευμα, τό
plankσανίδωμα, τό
plank, shelfσανίδιον, τό
plateλοπάς, λοπάδος, ἡ
pleasinglyἀρεσκόντως
poisonousἰόβολος
Polkiss ("prolific")Πολύχους, ὁ
porridgeπτισάνη, ἡ
possibly, perhaps, maybeεἰκός
post officeταχυδρομεῖον, τό
post, station, stopping placeσταθμός, ὁ
potato chips, crispsπατατάκια, τά
Potter (goblet, cup)Ποτήρ, ὁ
powerδύναμις, ἡ
powerful, importantδυνατός
preparation; ἐκ παρασκεύης. = on purposeπαρασκεύη, ἡ
present, giftδῶρον, τό
presumably, of courseδήπου
previouslyπρὸ τοῦ
previously, earlierἔμπροσθεν
printedτετυπουμένος
privateἴδιος
professor (female)σοφίστρια, ἡ
programmeπρόγραμμα, τό
publicδημόσιος
pulled by strings, puppetνευροσπαστικός
pullover, jumperπούλοβερ, τό
punishmentκόλασις, ἡ
pupil, studentμαθήτης, ό
puppyσκύλαξ, ὁ
purple robeπορφυρίς, ἡ
purpleπορφυροῦς
purpleφοινικοῦς
putter-outerσβεντήριον, τό
pythonπύθων, ὁ
quackery, rubbishἀλαζονεία,ἡ
questionἐρώτημα, τό
quickerθάττων
ragῥάκος, τό
rainὄμβρος, ὁ
randomlyεἰκῆ
randomly, all over the placeχύδην
reach manhoodτελέω εἰς ἄνδρας
readerἀναγνώστης, ὁ
reason, causeαἰτία, ἡ
recently, just nowἄρτι
receptacle, binδοχεῖον, τό
recording movementκινηματογραφικός
redἐρυθρός
reddish, pinkὑπέρυθρος
reedκαλάμη, ἡ
reed, stalk, twig (hand of clock)κάλαμος, ὁ
relationἀναγκαῖος, ὁ
relationσυγγενής
reliable, loyalπιστός
remote-controlledτηλεχειριστέος
reptile keeperἑρπετόφυλαξ, ό
reptileἕρπετον, τό
responsible, to blame, guiltyαἴτιος
returning, having come backἐπανιών
ribπλευρόν, τό; πλευρά, ἡ
rib, chestστέρνον, τό
ridiculous, stupidγελοῖος
right handδεξιά, ἡ
right in frontκαταντικρύ
right, lawθέμις, ἡ
rockπέτρα, ἡ
roofστέγος, τό
roofτέγος,τό
roof, storeyὄροφος, ὁ ; ὀροφή, ἡ
roomδωμάτιον, τό
rotten, worn-outσαθρός
rough, harshτραχύς
roundγογγύλος
round, circularστρόγγυλος
rumbles of thunderβροντήματα, τά
rumblingβορβορυγμός, ὁ
runδρόμος, ὁ
running, having run (see τρέχω)δραμών
safetyἀσφαλεία, ἡ
saffron-coloured, orangeκροκωτός
SaturdayΣάββατος, ὁ
sausage-sellerἀλλαντοπώλης, ὁ
savage, wild, fierceἄγριος
scarοὐλή, ἡ
scattered, spreadδιεσπαρμένος
schoolδιδασκαλεῖον, τό
schoolσχολεῖον, τό
scissorsψαλίς, ἡ
scratchedκεκνησμένος
scream, cryγόος, ὁ
scream, yellκραυγή, ἡ(
screaming piercinglyὀξυβόης
seaθάλαττα, ἡ
sea-girtθαλαττόπλαγκτος
sealσφράγισμα, τό
seat, chairβάθρον,τό
seaweedφυκία, τά
second (time)δευτερολεπτόν, τό
secondδεύτερος
secondary schoolφροντιστήριον, τό
secret, forbiddenἀπόρρητος
secretaryγραμματεύς, ὁ
secretly, stealthilyλάθρᾳ
see ὤνὀντ-
self; the sameαὐτός; ὁ αὐτός
self-propelled thing, automobileαὐτοκίνητον, τό
sensible, restrainedσώφρων
separatedκεχρισμένοι
serious, important, pompousσεμνός
serpentἔχιδνα, ἡ
sesame cake, bunσησαμοῦς, ὁ
sevenἑπτά
shamelessnessἀναιδεία, ἡ
sharp, shrill, sourὀξύς
She fixed up (her hair)ἀνεδήσατο
shell-fish, whelkI whimperκόγχη, ἡ(
shinyστίλβος
shipναῦς, νέως ἡ
shoeἀρβύλη, ἡ
shoulderὦμος, ὁ
shower of rainὑετός, ὁ
showerψιάς, ψιάδος, ἡ
sidewaysπάραντα
sight, view; faceὄψις, ἡ
sign, signalσημεῖον, τό
silenceσιγή, ἡ
silkμέταξα, ἡ
similarὁμοῖος
simple-mindedεὐήθης
simple-minded, stupidἠλίθιος
simplyἀφελῶς
simply, justἀτέχνως
since, as, becauseἅτε
sinkπλυνός, ὁ
sirτᾶν
SiriusΣείριος
sisterἀδελφή, ἡ
sixἕξ
sizeμέγεθος, τό
skill, artτέχνη, ἡ
skyοὐρανός, ὁ
slain by fire (Guy Fawkes)Πυρίφατος, ὁ
sleepὕπνος, ὁ/P>
sleeping-bagὑπνοσάκος, ὁ
sleeveχειρίς, ἡ
sliceτόμος, ὁ
slingσφενδόνη, ἡ
slipσφάλμα, τό
slippery, dangerousσφαλερός
slowlyβραδέως
small boat, dinghyλέμβος, ὁ
small boyπαιδίσκος, ὁ
small dolphinδελφινάριον, τό
small tablet, cardδελτάριον, τό
smallμικρός
smallσμικρός
smash, breakκαταρρήγνυμι
smellyδυσωδής
smeltingχώνευσις, ἡ
Smeltings stickχωνευτικόν, τό
smoke-hole, chimneyκαπνή, ἡ
snack, titbitτράγημα, τό
snail κοχλία γυμνή = slugκοχλία, ἡ
snakeδράκων, δράκοντος ὁ
snakeὄφις, ὁ
snood, bunκρωβύλον, τό
snoringῥέγκος, τό
snortingποίφυγμα, τό
so as to, so thatὥστε
so big. so manyτηλικοῦτος
so-and-soδεῖνα, ὁ
sockποδεῖον, τό
softἁπαλός
soft, effeminateμαλακός
some peopleἔνιοι
somehowπως
sometimesἄλλοτε
somewhat, somewhereπου
sonυἱός, ὁ
soul; darlingψυχή, ἡ
sparklingστιλπνός
spat upon, loathedκατάπτυστος
spend (time)διατρίβω
spiderἀράχνη, ἡ
spindly-leggedλεπτοσκελής
spotted like a leopardπαρδαλωτός
spray, foamἀφρός, ὁ
squalidδυσπινής
squareτετράγωνος/P>
squeezedτεθλιμμένος
squintingἰλλός
stampγραμματόσημον, τό
standingἑστηκώς, ἑστώς
starἀστήρ, ὁ
statueἄγαλμα, τό
statue, imageεἰκών, εἰκόνος, ἡ
stickβάκτρον, τό
stickσκῆπτρον, τό
stickyγλισχρός
stillἔτι
stomachγαστήρ, γαστρός, ἡ
stoop, look sideways, peepπαρακύπτω
stored, treasuredτεθησαυρισμένος
stormτυφώς, ὁ
storm, squallθύελλα, ἡ
storm, winterχειμών ὁ
stormy, wintryχειμέρινος
straight, uprightὄρθος
straightawayπαραχρῆμα
strangeἄτοπος
strangenessἀτοπία, ἡ
strangenessθαυμάσιον, τό
stranger, foreigner, guest, hostξένος, ὁ
strangler, constrictorσυσφιγκτήρ, ὁ
stream, springπηγή, ἡ
street, road, journeyὁδός, ἡ
strip of cloth, ribbonταινίδιον, τό
strongἰσχυρός
stronglyβιαίως
struck by lightningἐμβεβροντημένος
stumblingπταῖσμα, τό
stupidβλακικός
stupidβλάξ
stupidityβλακεία, ἡ
suburbπροαστεῖον, τό
such as followsτοίοσδε
such asοἷος
suchτοιοῦτος, τοιαύτη, τοιοῦτο
suddenlyἄφνω
suddenlyἐξαίφνης
suffering, experienceπάθος, τό
sufficient, capableἱκανός
sugarσακχαρίς, ἡ
summerθέρος, τό
sunἥλιος, ὁ
SundayΚυριακή, ἡ
sunlightαὐγή, ἡ
surely notοὔκουν
surely...not?μῶν;
surely?ἆρ᾽ οὐ;
surfκλυδώνιον, τό
survivingἐπιβιούς
swamped, overwhelmedκατεκλυσμένος
sweeheartμέλημα, τό
sweepings, rubbishκαθάρματα, τά
sweetγλυκύς
sweetἡδύς
swift, quickτάχυς
swollen, bulbous, puffed upὀγκώδης
table, bankτράπεζα, ἡ
tablet, pictureπίναξ, πίνακος, ἡ
tailοὐρά, ἡ
taking, having takenλαβών
talked about, famousπεριβόητος
tankἅρμα μάχης, τό
tantrumπαραφορά, ἡ
tapeταινία, ἡ
tassel, fringe, tuft, bobbleθύσανος, ὁ
tatters, shredsλακίδες, αἱ
teaτέϊον, τό
tearδάκρυον, τό
telephoneτηλεφώνη, ἡ
televisionτηλεόρασις, ἡ
television-recordingτηλεοπτικογραφικός
tenδέκα
tenthδέκατος
terrible, strange, cleverδεινός
than, or
thanks, favourχάρις, χάριτος, ἡ
thatὅτι
that, he, she etcἐκεῖνος
that, how, as, to, aboutὡς
the futureμέλλοντα, τά
the majority, the peopleπλῆθος, τό
the name (= τὸ ὄνομα)τοὔνομα
the same age ... asτηλικοῦτος ... ἥλικος
the same thingsταὐτά
the size of Mount Etna, very bigΑἰτναῖος
the upstairs, upper roomὑπερῷον, τό
themαὐτούς, αὐτάς, αὐτά
thenτότε
then, after all, thereforeἄρα
then, howeverτοίνυν
then, nextἔπειτα
there is missing, lackingἐνδεῖ
thereαὐτόθι
thereἐκεῖ
there, thenἐνταῦθα
there, thitherαὐτόσε
there, thitherἐκεῖσε
thereforeοὖν
therefore, accordinglyτοιγαροῦν
therefore, and soδιόπερ; διό
thick, dense, shaggyδασύς
thick, frequentπυκνός
thinἰσχνός
thing for seeing throughδίοπτρον, τό
thingχρῆμα, τό
thing, affair, businessπρᾶγμα, τό
third, with two othersτρίτος
thirtyτριάκοντα
this yearτῆτες
this, he, she, itοὗτος, αὕτη, τοῦτο
this, these thingsτόδε, τάδε
this; he, she, itὅδε, ἥδε, τόδε
thought, concernφροντίς, φροντίδος, ἡ
threeτρεῖς,τρία
thriceτρίς
through, because ofδιά
throw out, expelἐκβάλλω
thus, soοὕτω, οὕτως
thus, soὧδε
tile, roofκέραμος, ὁ
timeχρόνος, ὁ
time, right time, opportunityκαιρός, ὁ
timely, appropriate, suitableκαίριος
to be going to beἔσεσθαι
to beεἶναι
to buy (from ὠνέομαι)πρίασθαι
to come, goἐλθεῖν
to differδιενεγκεῖν from διαφέρω
to drinkπιεῖν fromπίνω
to excludeἀπεῖρξαι
to hand, readyπρόχειροςj
to have had a haircut (κείρω)κεκάρθαι
to incurὀφλεῖν from ὀφλισκάνω
to meἔμοιγε
to say (see λέγω)εἰπεῖν
to seeἰδεῖν
to speak to, addressπροσειπεῖν
to the groundχαμᾶζε
to, towards, byπρός
toastedπεφρυγμένος
todayτήμερον
togetherὁμοῦ
tomorrowαὔριον
too loudὑπέρτονος
too much, excessive, incredibleὑπερφυής
tool, implementὄργανον, τό
toothlessνωδός
topἄκρος
tortoiseχελώνη, ἡ
totallyπάντως
towards, against, onἐπί, ἐπ᾽, ἐφ᾽
towerπύργος, ὁ
transparentδιαφανής
tremblingτρομερός
trickσόφισμα, τό
trimmings, off-cutsπεριτμήματα, τά
tripped, fallenἐσφαλμένος
trousersθύλακοι, οἱ
trueἀληθής
trulyἀληθῶς
trust, beliefπίστις, ἡ
twelve timesδωδεκάκις
twelveδώδεκα
twentyεἴκοσι
twiceδίς
twoδύω
uglyδύσμορφος
ugly, shapelessἄμορφος
unattractiveἄχαρις
unbearableἀφόρητος
unblamed, perfectἀμεμπτός
unblinkinglyἀσκαρδαμυκτί
uncleθεῖος, ὁ
unclean, filthyἀκάθαρτος
unclear, hard to seeἄδηλος
uncombed, unkemptἀκτένιστος
uncomfortably, complaininglyδυσχερῶς
under; byὑπό
unenthusiasticallyἀπροθύμως
unexpectedἀπροσδόκητος
unexpected, unforeseenἀνέλπιστος
unguardedἀφύλακτος
unintelligentἀνόητος
unintelligentἀσύνετος
unknownἄγνωστος, ἄγνωτος
unlike, differentἀνόμοιος
unliveable, no life at allἀβίωτος
unluckyδύσφημος
unmuggle, non-muggleἀμύγαλος
unnatural, monstrousτερατώδης
unpleasantἀτερπής
unpleasantnessἀηδία, ἡ
unrestrainedly, generouslyἀφθόνως
unseen, invisibleἀόρατος
unshavenἄκουρος
unspoken, not to be spokenἄρρητος
until, as far as, down toμέχρι
untouchedἀκέραιος
untroubled by owlsἀγλαυκόπληκτος
unwilling, reluctantἀκούσιος
up in the airμετέωρος
upἄνω
up, throughoutἀνά
uphillἄναντα
upwardsἐπάνω
usefulχρήσιμος
uselessἀνωφελής
utterly confused (fem)συνταραχθεῖσα
utterlyἀνέδην
vain, pointlessμάταιος
valuable, worth moneyτίμιος
Vectis, the Isle of WightΟὔεκτις, ἡ
vegetablesλάχανα, τά
Vernon (fish-basket)Φερνίων, ὁ
vertigoἴλλιγγος, ὁ
very big, greatestμέγιστος
very longμήκιστος
very much, particularlyμάλιστα
veryσφόδρα
video, VCRβίντεο, τό
violent, driving (wind)ἐξώστης
violently, determinedlyἐνεργῶς
violet-coloured, purpleἰοείδης
voice, soundφωνή, ἡ
Voldemort (scaly death)Φολιδομορτός
waddlingσαῦλος
wallτειχίον, τό
wallτεῖχος, τό
wallτοῖχος, ὁ
wall, hedgeαἱμασιά, ἡ
wandering star, planetἀστὴρ πλανήτης
was choosing (he)ᾑρεῖτο
waterὕδωρ, ὕδατος, τό
waveκῦμα, τό
way of life; room, officeδίαιτα, ἡ
we beganἤρξαμεν
weἡμεῖς
weakἀσθενής
weaponὅπλον, τό
weasel, polecat, badger etcγαλῆ, ἡ
weekἑβδομάς, ἡ
weightβάρος,τό
wellεὖ
well! hmmph!εἶἑν
well-armedεὔοπλος
well-directedεὔστοχος
went away see ἀποβαίνωἀπέβη
went away; see ἀπέρχομαἀπῆλθε(ν)
went through, explained (he)διεξῄει
went, came (he/she)ἔβη
wetὑγρός
what is usual, normalεἰωθός, τό
what sort of, what?ποῖος;
what's been done, newsπεπραγμένα, τά
what's to be done?τί δραστέον;
what's to prevent, why notτί ἐμποδών
whenἥνικα
when, afterἐπειδή
when, sinceἐπεί
when, whereἔνθα
where to?ποῖ;
whereὅπου
whereοὗπερ
where?ποῦ;
whether ... orεἴτε...εἴτε
who? what? why?τίς, τίetc
whyδιὰ τί
widthπλάτος, τό
wigφενάκη, ἡ
wild, beast-likeθηριώδης
willinglyἑκουσίως
windἄνεμος, ὁ
windowθυρίς, θυρίδος ἡ
windowφωτάγωγος, ἡ
wise, clever, intelligent, skilfulσοφός
with difficulty, just aboutμόλις
with many storeysπολύστεγος
with the fistπύξ
with the teethὀδάξ
without danger, in safetyἀκίνδυνος
without feelingἀναίσθητος
without thinking, unthinkinglyἀπερισκέπτως
wits, brainφρένες, αἱ
womanγύναιον, τό
woman, wifeγυνή, γυναικός, ἡ
wonderθαῦμα, τό
wonderful (often ironic)θαυμάσιος
woodξύλον, τό
wood, forestὕλη, ἡ
woodenξύλινος
woollenἐρεούς
woollyμαλλωτός
word, account, reasonλόγος, ὁ
word, speechῥῆμα,τό
work, jobἔργον, τό
worthyἄξιος
would, mightἄν
woundτραῦμα, τό
wow!βομβάξ
wrapped up withσυνεπτυγμένος
wrappedἐσκεπασμένος
wrapper, envelopeπεριβολάδιον, τό
wretched, miserableτάλας, τάλαινα
wristκαρπός, ὁ
yearἔτος, τό
yellow, brown, tawnyξανθός
yellowishὑπόξανθος
yesναί
yesterdayχθές
yet, but, howeverἀτάρ
you will be rained upon, get wetὑσθήσεσθε
you would seeἴδοις
you would thinkνομίζοις
youσύ, σέ
youὑμεῖς
young child, babyνήπιος
young manνεανίας ὁ
yourσός/P>
yourσοῦ
ZeusΖεῦς, Δίος
zoologicalζωολογικός

Ο Χάρι Πότερ μεταφρασμένος στα Αρχαία Ελληνικά! (Ἅρειος Ποτὴρ καὶ ἡ τοῦ φιλοσόφου λίθος)


 

Search Tools