sweat out → αποβάλλω με τον ιδρώτα, περιμένω με ανυπομονησία, περιμένω με αγωνία, υπομένω, υφίσταμαι ταλαιπωρία, υπομένω καρτερικά, φτύνω αίμα, επιτυγχάνω με χίλιους κόπους

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 832609
    • Gender:Male
  • point d’amour
sweat out → αποβάλλω με τον ιδρώτα, περιμένω με ανυπομονησία, περιμένω με αγωνία
sweat it out → υπομένω, υφίσταμαι ταλαιπωρία, υπομένω καρτερικά, περιμένω να τελειώσει, περιμένω με ανυπομονησία, περιμένω με αγωνία

(intransitive) To sweat; to secrete sweat because of heat, nerves etc.
(transitive) To endure or go through (an ordeal).
(transitive, slang) To accomplish or achieve, usually through endurance or effort.
I'm going to sweat out fifty more push-ups more before I hit the rack.
sweat out - Wiktionary


 

Search Tools