Γλωσσάριο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης (όροι, ορολογία, περιβάλλον, λεξικό) → English Greek environmental education terminology glossary

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 834364
    • Gender:Male
  • point d’amour
EnglishGreek
AbioticΑβιοτικός
Ablation rateΡυθμός επιφανειακής διάβρωσης
AbortionΆμβλωση
Absolute humidityΑπόλυτη υγρασία
Absolute povertyΑπόλυτη ένδεια (φτώχεια)
Accelerated method of depreciationΜέθοδος επιταχυνόμενης απόσβεσης
Acceptable damageΑποδεκτές επιπτώσεις, αποδεκτές επιπτώσεις ζημίας
Acceptable fire riskΑποδεκτός κίνδυνος πυρκαγιάς
Acceptance theory of authorityΘεωρία παραδοχής της εξουσίας
AcclimationΕγκλιματισμός
AccountabilityΕυθύνη, λογοδοσία
Accumulation(1) Συσσώρευση, συγκέντρωση, αποθήκευση. (2) Στα οικονομικά, κεφαλαιοποίηση.Accuracy= (1) Ακρίβεια, πιστότητα. (2) Απόλυτη ακρίβεια, στους επιστημονικούς κλάδους όπως τα Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών (ΣΓΠ) και τη χαρτογραφία). (3) Ορθότητα, στη στατιστική
AcidΌξινος/η/ο
Acid depositionΌξινη απόθεση, όξινες κατακρημνίσεις. Βλ. acid precipitation
Acid precipitationΥγρή όξινη απόθεση, όξινες κατακρημνίσεις
Acid rainΌξινη βοχή
Acid solutionΌξινο διάλυμα
Acid test (or Quick ratio)Δείκτης άμεσης ρευστότητας (κυρ. όξινο τεστ). Στα οικονομικά, είναι το πηλίκο της διαίρεσης του κυκλοφορούντος ενεργητικού (μειωμένου κατά τα αποθέματα) με τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις
AcidophilicΟξύφυλλος/η/ο
AcquaticΥδάτινος/η/ο
Acquired charactersΕπίκτητοι χαρακτήρες
Actinium (Ac)Ακτίνιο
Action planningΣχεδιασμός δράσης
Activated sludgeΕνεργός ιλύς, οργανικά απόβλητα, ενεργολάσπη, ενεργοποιημένη λάσπη
Activated sludge systemΒιολογικός καθαρισμός
Active safety featuresΕνεργά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ασφάλειας
Active solar heating systemΣύστημα ενεργούς ηλιακής θερμότητας
Active spaceΔραστικός χώρος
Activity fuelsΤεχνητά (ανθρωπογενή) καύσιμα
AculeateΚεντρωτό
AdaptationΠροσαρμογή
AdaptiveΠροσαρμοστικός/η/ο
Adaptive peakΠροσαρμοστική κορυφή
Adaptive radiationΠροσαρμοστική (ακτινωτή) διαφοροποίηση,
Adaptive traitΠροσαρμοστικό χαρακτηριστικό
Adaptive zoneΠροσαρμοστική ζώνη
Additive effectΠροσθετική δράση
Ad-hoc committeeΕπιτροπή ad hoc, ειδική επιτροπή
Ad-hocracyΔράση κατά περίπτωση
Adiabatic coolingΑδιαβατική ψύξη
Administrative adjudicationΔιοικητική επιδικαστική απόφαση
Administrative discretionΔιοικητική διακριτική ευχέρεια
Administrative procedureΔιοικητική διαδικασία
Administrative reformΔιοικητική μεταρρύθμιση
Administrative responsibilityΔιοικητική ευθύνη
Administrative structuresΔιοικητικές δομές
AdministratorΔιαχειριστής/τρια, διοικητικό στέλεχος, υπάλληλος διοίκησης
AdsorptionΠροσρόφηση
Advanced regenerationΠροχωρημένη αναγέννηση. Δέντρα που έχουν εγκατασταθεί φυσικά σαν υπόροφος ώριμης συστάδας και έχουν τη δυνατότητα να αποτελέσουν την επόμενη συγκομιδή μετά την απομάκρυνση της ώριμης συστάδας
Advanced sewage treatmentΠροηγμένο σύστημα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων
Advanced Very High Resolution Radiometer (AVHRR)Προηγμένο (βελτιωμένο) ραδιόμετρο πολύ υψηλής ανάλυσης, περισσότερο γνωστό με τα αρχικά AVHRR.
AerationΑερισμός
Aerobic respirationΑερόβια διαπνοή
AerosolsΑερολύματα
AffluenzaΣπατάλη.Ένοχο συναίσθημα διευθυντικού στελέχους ότι κερδίζει περισσότερα απ΄ ότι αξίζει. Ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια δυσλειτουργική σχέση με τον πλούτο ή τα χρήματα
AfforestationΑναδάσωση. Η τεχνητή εγκατάσταση δένδρων σε μια περιοχή όπου δεν υπήρχε πριν δάσος ή καταστράφηκε και δεν είχε τη δυνατότητα να επανακάμψει φυσικά. Αντιπαράβαλε αυτό τον όρο με τους όρους reforestation= αναδάσωση, regeneration= αναγέννηση, natural regeneration= φυσική αναγέννηση και artificial regeneration= τεχνητή αναγέννηση
Aftercare managementΑναδασωτική διαχείριση, αναδασωτικοί μεταχειρισμοί
Age polyethismΗλικιακός πολυεθισμός
Age structureΔιάρθρωση κατά ηλικία
AgenciesΦορείς , γραφεία
Agency costΔιαμεσολαβητικό κόστος
AgendaΗμερήσια διάταξη
Agenda 21Ατζέντα 21. Ένα πρόγραμμα για την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης (sustainable development), το οποίο υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε.το 1992 στη Σύνοδο Κορυφής του Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας
AggradationΚλιμάκωση
AggregationΣυνάθριση
AggressionΕπιθετικότητα.
Aggressive approachΕπιθετική προσέγγιση
AgonisticΑγωνιστικός/ή/ό
Agricultural revolutionΑγροκαλλιεργητική επανάσταση
AgroforestryΑγροδασοπονία
AIDSAIDS ή Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας
Air attack(1) Αεροπορική επίθεση. (2) Εναέρια προσβολή
Air pollutantΑέριος ρύπος, ρυπαντής
Air pollutionΑτμοσφαιρική ρύπανση
Air pollution disasterΚαταστροφή ατμοσφαιρικής ρύπανσης
Air toxicsΤοξικά αέρια
Alarm pheromoneΦερομόνη συναγερμού.
AlateΠτερωτό
AlbedoΑλμπίντο, λευκαύγεια
Alga, pl. algaeΦύκος, φύκι - πληθ. Φύκη, φύκια
Algal bloomΦυκώδης άνθιση
Alien speciesΞένο είδος, ξένα είδη. Βλ. species για παρατηρήσεις
AlkalineΑλκαλικός/ή/ό
AlkalinityΑλκαλικότητα
AlleleΑλληλόμορφος/η/ο.
Allele frequencyΑλληλική συχνότητα
AllelesΑλληλόμορφα γονίδια
Alley croppingΚαλλιέργεια σε λωρίδες
Allogenic successionΑλλογενής διαδοχή
AllogroomingΑλλοπεριποίηση
Allometric growthΑλλομετρική αύξηση
AllometryΑλλομετρία
AlloparentΑλλογονέας
Alloparental careΑλλογονική φροντίδα
AllopatricΑλλοπάτριοι
AllopolyploidyΑλλοπολυπλοειδία
Allowable burned areaΕπιτρεπόμενη καμμένη έκταση
AllozygousΑλλόζυγα
AllozymeΑλλοένζυμο. Ο ορθότερος όρος θα ήταν αλληλοένζυμο
AlphaΆλφα. Το άτομο που έχει την υψηλότερη θέση σε μια ιεραρχία επικράτησης
Alpha particleΣωματίδιο α
AltitudeΥψόμετρο
AltricialΦωλεόφιλο
AltruismΑλτρουϊσμός
Aluminum (Al)Αργίλιο
Ambient standardsΠεριβαλλοντικά πρότυπα, περιβαλλοντικά σταθερότυπα
AmbiguityΑσάφεια, αμφισημία
AmeliorantsΒελτιωτικά εδάφους
Americium (Am)*Αμερίκιο.
Amortization Τοκοχρεολυτική απόσβεση
AmphibianΑμφίβιο
AnaerobicΑναερόβιος
Anaerobic digestionΑναερόβια αποσύνθεση
Anaerobic respirationΑναερόβια αναπνοή
AnagenesisΑναγένεση. Ο όρος έχει εισαχθεί από τον Rench για να περιγράψει την προοδευτική εξέλιξη προς ανώτερα ταξινομικά επίπεδα
Analog signalΑναλογικό σήμα
AnalogueΑνάλογη
AnalogyΑναλογία
Ancient forestΑρχαίο δάσος
AneyploidyΑνευπλοειδία
Animal manureΖωϊκή λίπανση
Animal testingΔοκιμή σε ζώα, ζωική δοκιμή
AnisogamyΑνισογαμία
AnnualΕτήσιο
AnnuityΠρόσοδος, στα οικονομικά
AntennationΚεραιόψαυση
AnthropogenicΑνθρωπογενής
Antimony (Sb)Αντιμόνιο
Antisocial factorΑντικοινωνικός παράγοντας
Anti-transpiration agentsΑντι-εξατμισιακές ουσίες
ApomixisΑπομιξία. Παρθενογενετική αναπαραγωγή στην οποία το άτομο προκύπτει από ένα αγονιμοποίητο ωάριο ή από ένα σωματικό κύτταρο
AposematicΑποσηματικός. Προειδοποιητικός χρωματισμός
AposematismΑποσηματισμός
Appropriate technologyΚατάλληλη τεχνολογία
AquacultureΥδατοκαλλιέργεια
Aquatic ecosystemΥδατικό οικοσύστημα
Aquatic life zoneΖώνη υδάτινης ζωής
AquiferΥδροφορέας, υδροφόρος ορίζοντας
Arable landΚαλλιεργήσιμη γη, καλλιεργήσιμο έδαφος, αροτραίες εκτάσεις
ArachnidΑραχνίδιο
ArbitrageΑρμπιτράζ. Η εκμετάλευση των προσωρινών διαφορών στις τιμές των διαφόρων αγορών για την αποκόμιση κέρδους. Αυτό γίνεται με την αγορά από τη φθηνή αγορά και την πώληση στην αγορά με τις υψηλότερες τιμές
ArenaΑρένα
Argon (Ar)Αργό
AridΆνυδρος
AridificationΕρημοποίηση. Η διαδικασία υποβάθμισης της γης σαν συνέπεια της μεταβολής του κλίματος σε συνθήκες περισσότερο ξηροθερμικές. Σύγκρινε και αντιπαράβαλε αυτό τον όρο με τον όρο desertification= ερημοποίηση
Army antΜυρμήγκι-λεγεωνάριος
Arsenic (As)Αρσενικό
ArthropodΑρθρόποδο
Artificial regenerationΤεχνητή αναγέννηση. Εγκατάσταση νέου δάσους με φύτευση φυταρίων (seedlings) ή τεχνητή σπορά (direct seedling). Αντιπαράβαλε αυτό τον όρο με τους όρους regeneration= αναγέννηση, natural regeneration= φυσική αναγέννηση, και afforestation= αναδάσωση, reforestation= αναδάσωση
Artificial selectionΤεχνητή επιλογή
ArtiodactylΑρτιοδάκτυλο
Asbestos fibersΊνες αμιάντου
Asexual reproductionΑφυλετική αναπαραγωγή
AshΤέφρα
AssemblyΣυγκέντρωση
Assessment(1) Εκτίμηση. (2) Αξιολόγηση (= evaluation). Βλ. εvaluation για σχόλια
Assessment and auditsΕκτίμηση και έλεγχοι.
AssignmentΑνάθεση εργασίας, ανατεθείσα εργασία, μεταβίβαση
AssociationΦοιτοκοινωνία
Assortative matingΟμοιοτυπική σύζευξη
Astatine (At)Αστάτιο
AsthmaΆσθμα
AtmosphereΑτμόσφαιρα
AtomΆτομο
Atomic numberΑτομικός αριθμός
AustralopithecineΑυστραλοπίθηκοι
AuthorityΑρχή, εξουσία
Authority justificationΝομιμοποίηση εξουσίας
AutocatalysisΑυτοκατάλυση
AutomimicryΑυτομιμητισμός
AutopolyploidΑυτοπολυπλοειδία.
AutosomesΑυτοσώματα. Τα μη φυλετικά χρωμοσώματα
AutosuccessionΑυτοδιαδοχή
AutotrophΑυτότροφος
AutozygousΑυτόζυγα
AuxiliariesΒοηθητικά
Average collection periodΜέση περίοδος είσπραξης
Average payment periodΜέση περίοδος πληρωμής
Average rate of return (ARR)Μέση αποδοτικότητα
BackburnΑντιφωτιά. Ελεγχομένη φωτιά που ανάβει κανείς αντίθετα στην κατεύθυνση του ανέμου
BackfireΑντιπύρ. Φωτιά που ανάβει κανείς για την καύση βλάστησης μέσα στη ζώνη επιχειρησιακού ελέγχου για τον περιορισμό ή την ανάσχεση μιας γρήγορα εξαπλούμενης φωτιάς
Background extinctionΑπαλοιφή, εξαφάνιση υποβάθρου
Background radiationΑκτινοβολία υποβάθρου, ακτινοβολία υποστρώματος ή περιβάλλοντος
Backing fireΟπισθοδρομική καύση
Bacterium, pl.bacteriaΒακτηρίδιο, βακτήριο – πληθ. βακτηρίδια, βακτήριο
Balance of paymentsΙσοζύγιο πληρωμών
Balance sheetΙσολογισμός
Balanced herbivoryΙσορροπημένη χορτοφαγία
BandΠαρέα
Banker’s acceptanceΤραπεζική συναλλαγματική
Bankruptcy costΚόστος πτώχευσης
Bareroot seedlingΓυμνόριζα φυτάρια
Barium (Ba)Βάριο
Barrier islandsΝησιωτικό φράγμα, φράγμα από νησιά
Barrier reefΚοραλλιογενής ύφαλος
Basal sproutingΠρεμνοβλάστηση. Η έκπτυξη βλαστών από οφθαλμούς του τμήματος της βάσης των δέντρων
BaseΒάση
BaselineΓραμμή βάσης
Baseline informationΒασική πληροφόρηση, βασικές πληροφορίες.
Base-load power plantΕγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας φορτίου βάσης
Basic fuel modelΒασικό μοντέλο καυσίμου
Basic productivityΒασική παραγωγικότητα
Basic solutionΒασικό διάλυμα
BasisΒάση. Στα οικονομικά, η διαφορά ανάμεσα στην τιμή τοις μετρητοίς (τρέχουσα τιμή) ενός χρηματοοικονομικού προϊόντος και την τιμή άσκησης του προθεσμιακού συμβολαίου
Beating upΦροντίδα αναδάσωσης
Bed loadΧονδρά υλικά αποθέσεως
Behavioural biologyΣυμπεριφοριστική βιολογία
Behavioural scalingΣυμπεριφοριστική διαβάθμιση
BenchmarkingΣυγκριτική στάθμιση απόδοσης
BeneficiationΕμπλουτισμός
Benefit-cost analysisΑνάλυση οφέλους-κόστους
Benthic plantsΒενθικά φυτά
BenthosΒένθος. Οργανισμοί που ζουν στον πυθμένα της θάλασσας είτε πάνω είτε μέσα σε ιζήματα
Berkelium (Bk)*Mπερκέλιο
Beryllium (Be)Βηρύλλιο
Best management practiceΚαλύτερη διοικητική (διαχειριστική) πρακτική
Best practiceΒέλτιστη πρακτική
BetaΒήτα. Εύρος διακύμανσης. Στα οικονομικά, είναι η διακύμανση ενός χρεογράφου σε σχέση με τη διακύμανση ενός χαρτοφυλακίου της αγοράς. Αν η διακύμανση της αγοράς είναι ίση με 1, τα περιουσιακά στοιχεία με εύρος διακύμανσης >1 έχουν μεγαλύτερη διακύμανση από τα περιουσιακά στοιχεία με εύρος διακύμανσης <1
Beta particlesΣωματίδια βήτα
BioaccumulationΒιοσυσσώρευση
Biochemical cycleΒιοχημικός κύκλος
Biochemical oxygen demand (BOD)Βιοχημικά απαιτούμενο οξυγόνο
BiocideΒιοκτόνο
BioconversionΒιοκατεργασία, βιομετασχηματισμός
BiodegradableΒιοδασπώμενος/η/ο ή βιοδιασπάσιμος/η/ο
Biodegradable pollutantΒιοδασπώμενος (βιοδιασπάσιμος) ρύπος (ρυπαντής)
BiodiversityBιοποικιλότητα, βιολογική ποικιλότητα
BiofuelΒιοκαύσιμο
BiogasΒιοαέριο
Biogeochemical cyclesΒιογεωχημικοί κύκλοι
Biological communityΒιολογική κοινότητα
Biological controlΒιολογικός έλεγχος
Biological diversityΒιολογική ποικιλότητα
Biological evolutionΒιολογική εξέλιξη
Biological nutrient removalΒιολογική θρεπτική αφαίρεση
Biological pest controlΒιολογικός έλεγχος ζιζανίων
Biological species conceptΒιολογική έννοια ειδών
Biological treatmentΒιολογική επεξεργασία
Biological wealthΒιολογικός πλούτος
BiomagnificationΒιομεγέθυνση
BiomassΒιομάζα
Biomass energyΕνέργεια βιομάζας
Biomass fuelsΚαύσιμα βιομάζας
Biomass pyramidΠυραμίδα βιομάζας
BiomesΜεγαδιαπλάσεις
BioremediationΒιοθεραπεία
BiosolidsΟργανικά απόβλητα
BiosphereΒιόσφαιρα.
Biosphere reservesΠεριβαλλοντικά προστατευόμενες περιοχές βιόσφαιρας
BiotaΈμβια όντα
Biotechnical stabilisation Βιοτεχνική (φυτοτεχνική) σταθεροποίηση εδάφους
BiotechnologyΒιοτεχνολογία
BioticΒιοτικός
Biotic communityΒιοκοινότητα
Biotic potentialΒιοτική δυναμική (δυνατότητα)
Biotic structureΒιοτική δομή
BirchΣήμυδα
Birth controlΈλεγχος των γεννήσεων.
Birth rateΡυθμός γεννήσεων
Bismuth (Bi)Βισμούθιο
BitΜπιτ
BitumenΆσφαλτος, πίσσα
Black ashΜαύρη τέφρα
Blow downs Ανεμοριψίες
Blow-up explosiveΈκρηξη πυρκαγιάς (ξέσπασμα)
Blue waterΥγρό νερό
Blue water flowΡοή υγρού νερού
Bohrium (Bh)*Μπόριο
BondΟμολογία, ομόλογο
Bond marketΑγορά ομολογιών (ομολόγων)
BondingΔεσμός
Bond-rating agenciesΓραφεία αξιολόγησης και κατάταξης χρεογράφων
Book value of a firmΛογιστική αξία επιχείρησης
Book value weightsΣταθμικοί (σταθμισμένοι) συντελεστές λογιστικής αξίας
Boron (B)Βόριο
Borrow areasΛατομεία (χώροι) αδρανών υλικών για την κατασκευή έργων
Bottle law (bottle bill)Νόμος μπουκαλιών. Ένας νόμος που επιτρέπει την ανακύκλωση ή την επαναχρησιμοποίηση των εμπρορευματοποιήσιμων μπουκαλιών
Bottom-Up planningΣχεδιασμός από τη βάση προς την κορυφή
Bounded rationalityΠεριορισμένος, δεσμευμένος ορθολογισμός
Break-even approachΠροσέγγιση σημείου ισορροπίας. Χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της αποδοτικότητας της επιχείρησης
Breeder nuclear fission reactorΑντιδραστήρας πυρινικής διάσπασης
Breeder reactorΑναπαραγωγικός αντιδραστήρας. Πυρηνικός αντιδραστήρας που παράγει περισσότερο σχάσιμο υλικού από αυτό που καταναλώνει ως καύσιμο.
Broadleaf deciduous plantsΠλατύφυλλα φυλλοβόλα φυτά
Broadleaf evergreen plantsΠλατύφυλλα αειθαλή φυτά
Broad-spectrum pesticidesΦυτοφάρμακα ευρέος φάσματος
Bromine (Br)Βρώμιο
BroodΓενιά
Brood cellΘύλακας νεογνών
BrownfieldsΠεριβαλλοντικά υποβαθμισμένες περιοχές. Εγκαταλειμμένες ή υποαπασχολούμενες βιομηχανικές και εμπορικές εγκαταστάσεις των οποίων η περαιτέρω ανάπτυξη εμποδίζεται λόγω της πραγματικής ή αντιληπτής χημικής μόλυνσης
BrushΔασικές εκτάσεις
Brush-fireΠυρκαγιά δασικής έκτασης
BrushingΕκθαμνεύσεις
BTU (British thermal unit)Βρετανική θερμική μονάδα. Το ποσό θερμότητας που απαιτείται για να αυξήσει τη θερμοκρασία ενός κυβικού νερού κατά ένα βαθμό Farenheit
BuckingΑνάκτηση ζημιών
BuddingΕκβλάστηση
Budgetaryδιαχειριστικός/ή/ό, ελεγχτικός/ή/ό, χρηματοδοτικός/ή/ό
Budgetary controlΠρογραμματικός έλεγχος
Budgetary unitsΜονάδες προϋπολογισμού
Budgetary yearΔιαχειριστική περίοδος (χρήση), οικονομικό έτος
Budgeting resourcesΠροϋπολογισμός πόρων
Buffer(1) Ρυθμιστικό διάλυμα, ρυθμιστής του ph. (2) Απομονωτής, στη μηχανική
Buffer stripΠροστατευόμενη ζώνη.
Buffering capacity(1) Ρυθμιστική ικανότητα του διαλύματος. (2) Απομονωτική ικανότητα, στη μηχανική
Build-upΣυσσώρευση
Bulk densityΠυκνότητα όγκου
Bulk density of the fuelbedΠυκνότητα όγκου στρώματος καυσίμου
BuoyancyΆνωση
Bureaucratic powerΓραφειοκρατική εξουσία
Bureaucratic tenacityΓραφειοκρατική συνεκτικότητα, ανθεκτικότητα
BurnΚαψάλα. Συνώνυμο του όρου επίσης burned area= καμένη έκταση
Burned areaΚαμμένη έκταση. Συνώνυμο του όρου επίσης burn= καψάλα
Burning indexΔείκτης καυσιμότητας (Δ.Κ.)
Burnout timeΧρόνος καύσης
Bush-fire Πυρκαγιά δασικής έκτασης
Cadmium (Cd)Κάδμιο
Calcium (Ca)Ασβέστιο
Californium (Cf)*Καλιφόρνιο
Call optionΔικαίωμα αγοράς
Call option buyerΑγοραστής δικαιώματος προαίρεσης αγοράς
Call priceΤιμή εξαγοράς
CalorieΘερμίδα
Calsium saltsΆλατα ασβεστίου
CampfireΦωτιά από εκδρομείς ή κατασκηνωτές
Canalization Τροχιοδρόμηση
CancerΚαρκίνος
CandleΛαμπάδιασμα
CanidΚυνίδης
Canopy closureΣυγκόμωση
Capacity(1) Δυνατότητα, δυναμικότητα. (2) Xωρητικότητα
Capillary waterΤριχοειδές ύδωρ, ύδωρ του τριχοειδούς. Ύδωρ που προσκολλάται σε μικρούς πόρους, ρωγμές και διαστήματα, ενάντια στο νόμο της βαρύτητας (π.χ. ύδωρ που κρατιέται στο σφουγγάρι)
CapitalΚεφάλαιο
Capital accountΙσοζύγιο κίνησης κεφαλαίων
Capital appreciationΑνατίμηση (υπεραξία) κεφαλαίου
Capital Asset Pricing Model (CAPM)Μοντέλο Αποτίμησης Κεφαλαιουχικών Αγαθών
Capital assetsΠάγια στοιχεία
Capital budget (budgeting)Πρόγραμμα (προϋπολογισμός) επενδύσεων ή δαπανών
Capital expendituresΚαφαλαιουχικές δαπάνες
Capital gainΚεφαλαιουχικό κέρδος
Capital impairment ruleΚανόνας της μείωσης του κεφαλαίου
Capital leaseΚεφαλαιουχική μίσθωση
Capital structureΔιάρθρωση κεφαλαίου, κεφαλαιουχική διάρθρωση
CapitalismΚαπιταλισμός
Capitalization Κεφαλαιοποίηση
Capitalization rateΔείκτης (επιτόκιο) κεφαλαιοποίησης
Capitalized earningsΚεφαλαιοποιημένα κέρδη
Carbon (C)Άνθρακας
Carbon cycleΚύκλος του άνθρακα
Carbon dioxideΔιοξείδιο του άνθρακα
Carbon monoxideΜονοξείδιο του άνθρακα
Carbon sinksΑποθήκες άνθρακα
Carbon taxΦόρος άνθρακα
Carbon tetrafluorideΤετραφθοράνθρακας
Carbonic acidΑνθρακικό οξύ
CarcinogenΚαρκινογόνοs/a/o
CarcinogenicΚαρκινογόνος/a/o
Career pathΣταδιοδρομία
CarnivoreΣαρκοφάγο ζώο
Carrying capacity (K)(1) Φέρουσα ικανότητα. (2) Φέρουσα χωρητικότητα. (3) Ζωοχωρητικότητα, φόρτος βόσκησης
Cartagena ProtocolΠρωτόκολλο της Καρχηδόνας. Μια διεθνής συμφωνία η οποία διέπει το εμπόριο των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Το Πρωτόκολλο της Καρχηδόνας υπογράφηκε τον Ιανουάριο του 2000
CartonΧαρτόνι
Case-study techniqueΤεχνική μελέτης περιπτώσεων
Cash cycleΤαμειακός κύκλος
Cash flowΤαμειακή ροή
Cash turnoverΤαμειακός κύκλος εργασιών
CasteΚάστα
CastingsΡίψεις. Οι σβόλοι πλούσιου φυτοχώματος που είναι αποτέλεσμα της δραστηριότητας γαιοσκωλήκων
CatalystΚαταλύτης
Catalytic converterΚαταλυτικός μετατροπέας
CatarhinsΚατάρρινοι
Catastrophic fireΚαταστροφική πυρκαγιά
Catchement areaΥδρολογική λεκάνη
CategoryΚατηγορία
CatenaΑλυσίδα (Cadena). Επαναλαμβανόμενη αλληλουχία εδαφικών προφίλ η οποία σχετίζεται και συσχετίζεται γεωγραφικά με εδαφικά χαρακτηριστικά
Causal society or groupΠεριστασιακή κοινωνία ή ομάδα
Causes of firesΑίτια πυρκαγιών
CavernΥπόγειο σπήλαιο με δάπεδο από σκύρα
CC (Cost of capital)Κόστος κεφαλαίου
CellΚύτταρο
Cell respirationΑναπνοή κυττάρων
CelluloseΚυτταρίνη
Center pivot irrigation Άρδρευση με τεχνητή βροχή, άρδευση με κεντρικό άξονα
Central nervous system (CNS)Κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ)
Centralisation Συγκεντρωτισμός, συγκέντρωση, συγκεντρωποίηση
Centrally planned economyΚεντρικά προγραμματισμένη οικονομία
CercopithecoidΚερκοπιθηκοειδείς
CeremonyΤελετή
Cerium (Ce)Δημήτριο
Certainty equivalent factorΣυντελεστής ισοδυνάμου βεβαιότητας
CertificationΠιστοποίηση, επάρκεια
Cesium (Cs)Καίσιο
CFCsΒλ. Chlorofluorocarbons
Chain reactionΑλυσιδωτή αντίδραση
Channelization Διοχέτευση
ChannelizedΔιοχετευμένος
ChaosΧάος
CharΚαρβουνιά. Ο άνθρακας που απομένει όταν τα πτητικά στοιχεία ενός στερεού καυσίμου απομακρυνθούν με θέρμανση
CharacterΧαρακτήρας
Character displacementΜετάθεση (μετατόπιση) χαρακτήρα
ChemicalΧημικό
Chemical barrierΧημικό εμπόδιο
Chemical changeΧημική μεταβολή
Chemical energyΧημική ενέργεια
Chemical evolutionΧημική εξέλιξη
Chemical formulaΧημικός τύπος
Chemical kineticsΧημική κινητική. Η μελέτη της ταχύτητας και κατεύθυνσης των χημικών διεργασιών
Chemical reactionΧημική ένωση
Chemical technologyΧημική τεχνολογία
Chemistry-influenced combustionΧημική καύση
ChemosynthesisΧημειοσύνθεση
ChippingΘρυμματισμός
Chlorinated hydrocarbonsΧλωριωμένοι υδρογονάνθρακες
ChlorinationΧλωρίωση
ChlorineXλώριο
Chlorine (Cl)Χλώριο
Chlorine cycleΚύκλος χλώριου. Στη στρατόσφαιρα, μια κυκλική χημική διαδικασία στην οποία το μονοξείδιο του χλωρίου διασπά το όζον
Chlorine monoxideΜονοξείδιο του χλωρίου
Chlorofluorocarbons (CFCs)Χλωροφλωροάνθρακες (CFCs)
ChlorophyllΧλωροφύλλη
Chromium (Cr)Χρώμιο
ChromosomeΧρωμόσωμα
ChronospeciesΧρονοείδος ή χρονοείδη. Για την ελληνική απόδοση του chronospecies, βλ. species= είδος ή είδη
Circadian rhythmΗμερήσιος ρυθμός
Citizen participationΣυμμετοχή πολιτών
Citizen’s ChartΧάρτης Δικαιωμάτων του πολίτη
Civil servant(1) Δημόσιος υπάλληλος (= public servant). (2) Δικαστικός κλητήρας, επιμελητής δικαστικός, δημόσιος δικαστικός υπάλληλος
Civil serviceΔημόσια υπηρεσία
Civil service regulationsΚανονισμοί δημοσίων υπηρεσιών
Civil Services Reform ActΠράξη διοικητικής μεταρρύθμισης, πράξη μεταρρύθμισης δημοσίων υπηρεσιών
Civil societyΚοινωνία των πολιτών
Civil suitΆσκηση αστικών αξιώσεων
CladeΚλάδος
CladisticΚλαδιστική
CladogenesisΚλαδογένεση
CladogramΚλαδόγραμμα
ClanΚλαν. Όρος της κοινωνικής ανθρωπολογίας που δηλώνει κοινωνικά σύνολα, των οποίων τα μέλη συνδέονται με δεσμούς μονογραμμικής (πατρογραμμικής ή μητρογραμμικής) καταγωγής
Clarifier tankΔεξαδεμενή καθίζησης
ClassΟμοταξία
Class action suitΚατηγορία προσφυγών
Claustral colony foundingΚλειστή ίδρυση αποικίας
ClayΆργιλος, πηλός
Clear-cuttingΚαθαρή κοπή. Στη δασονομία, το κόψιμο κάθε δέντρου, αφήνοντας την περιοχή απολύτως καθαρή
CleistogamyΚλειστογαμία
Clientele effectΦαινόμενο των ευκαιριακών επενδυτών
ClimateΚλίμα
Climate changeΑλλαγή κλίματος
Climate changeΚλιματική αλλαγή
Climax ecosystemΟικοσύστημα αποκορυφώματος
ClineΚλινές
CloneΚλώνος
Closed systemΚλειστό κύκλωμα
ClutchΓέννα. Ο αριθμός των αυγών που αποθέτει κάθε φορά το θηλυκό
CoalΆνθρακας, γαιάνθρακας (κοινώς, κάρβουνο)
Coal gasificationΑεριοποίηση άνθρακα
Coal liquefactionΥγροποίηση (ρευστοποίηση) άνθρακα
Coastal wetlandΠαράκτιος υγρότοπος
Coastal zoneΠαράκτια ζώνη
Cobalt (Co)Κοβάλτιο
Code of ethicsΚώδικας ηθικής
Coefficient of consanguinityΣυντελεστής ομοαιμίας
Coefficient of kinshipΣυντελεστής συγγένειας
Coefficient of relationshipΣυντελεστής σχέσης
Coefficient of Variation (C.V.)Συντελεστής ποικιλότητας, συντελεστής μεταβλητότητας, συντελεστής διακύμανσης, συντελεστής μεταβολής
CoevolutionΣυνεξέλιξη
CogenerationΣυμπαραγωγή
CohortΚλάση, ομάδα πληθυσμού, κοόρτη, ομάδα ανθρώπων που έζησαν μαζί ένα γεγονός, ομάδα ηλικιών
Cold frontΨυχρό μέτωπο
ColloidalΚολλοειδής κατάσταση
Colonisers Αποικιστές. Φυτά ή ζώα τα οποία εγκαθίστανται σε μια περιοχή
ColonyΑποικία
Colony fissionΔιάσπαση αποικίας
Colony odourΟσμή αποικίας
Comb (of cells or cocoons)Κυψέλη (θυλάκων ή κουκουλιών)
Combined-cycle natural-gas unitΜονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένων-κύκλων
Combining functionsΣυνδεόμενες λειτουργίες
CombustibilityΚαυσιμότητα. Η σχετική ευκολία της εξάπλωσης της πυρκαγιάς σε ένα είδος δασικού καυσίμου υπό ελεγχόμενες συνθήκες
CombustionΚαύση
Command-and-control strategyΣτρατηγική εντολής-και-ελέγχου
CommensalismΚομενσαλισμός, ομοσιτισμός
Commercial extinctionΕμπορική απόσβεση
Commercial forest land Βιομηχανικό δάσος
Commercial paperΒραχυπρόθεσμο αξιόγραφο
Commercialisation Εμπορευματοποίηση
Common equityΜετοχικό κεφάλαιο
Common-property resourceΚοινοτικός πόρος
Commons, common pool resourcesΤα κοινά, κοινοί πόροι, πόροι κοινής χρήσης. Πόροι (συνήθως φυσικοί) που τους μοιράζονται πολλοί άνθρωποι ή που δεν τους κατέχει κανένας και είναι ανοικτοί στην εκμετάλλευση, π.χ. ο αέρας ή οι ανοικτοί ωκεανοί
CommunalΚοινοτική
CommunicationΕπικοινωνία
CommunityΚοινότητα
Community developmentΑνάπτυξη κοινότητας
CompactionΣυμπίεση. (1) Στο χώμα, είναι η συμπίεση που μειώνει τον αερισμό του χώματος και τη διείσδυση και μικραίνει έτσι την ικανότητα του χώματος να υποστηρίξει τα φυτά. (2) Στα απορρίμματα, είναι η συμπίεση των απορριμμάτων για να μειωθεί ο χώρος που απαιτούν
Compensating balanceΑντισταθμιστικό υπόλοιπο
Compertmentalization Διαμερισματοποίηση
CompetenceΕπάρκεια προσόντων, ικανότητα
Competing vegetationΑνταγωνιστική βλάστηση
CompetitionΑνταγωνισμός
Competitive exclusionΑνταγωνιστικός αποκλεισμός
Competitive exclusion principleΑρχή του ανταγωνιστικού αποκλεισμού
CompetitivenessΑνταγωνιστικότητα
Composite signalΣύνθετο σήμα
CompositionΣύνθεση βλάστησης
CompostΚομπόστ. Λίπανση, λίπασμα
Composting / CompostΛιπασματοποίηση, κομπόστ, λίπανση, λίπασμα
Composting toiletΤουαλέτα λίπανσης
CompoundΈνωση
Compound indexΣύνθετος τόκος
Concentration(1) Συγκέντρωση. (2) Συμπύκνωση. (3) Εμπλουτισμός μεταλλεύματος
Concerted evolutionΕναρμονισμένη εξέλιξη.
CondensationΣυμπύκνωση, υγροποίηση. Συνώνυμο του liquefaction= υγροποίηση και αντίθετο του evaporation= εξάτμιση
Condensation-nuclei counter Μετρητής πυρήνων συμπύκνωσης, πυρηνικός απαρριθμητής δια συμπυκνώσεως
ConditionsΌροι. Στο περιβάλλον, οι αβιοτικοί παράγοντες (π.χ. θερμοκρασία) που ποικίλλουν στο χρόνο και στο χώρο, αλλά δεν καταναλώνονται από τους οργανισμούς
Confirmed letter of creditΒεβαιωμένη εχέγγυα πίστωση
ConflagrationΠαρανάλωμα, πυρκαγιά μεγάλων διαστάσεων
ConflictΣύγκρουση
Conflict of interestΣύγκρουση συμφερόντων
Confusion techniqueΤεχνική σύγχυσης
Coniferous evergreen plantsΚωνοφόρα αειθαλή φυτά
Coniferous treeΚωνοφόρο δένδρο
ConnectednessΣυνεκτικότητα
ConnectivityΣυνδετικότητα
Conservation(1) Διατήρηση. Η διαχείριση ενός πόρου με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να παρέχει το μέγιστο όφελος στους ανθρώπους μακροπρόθεσμα. (2) Αποταμίευση ενέργειας. Στην ενέργεια, η αποταμίευση ενέργειας συνεπάγεται όχι μόνο την μείωση της χρήσης της θέρμανσης, του κλιματισμού, του φωτισμού, της μεταφοράς, αλλά και της αύξησης της αποδοτικότητας της ενεργειακής χρήσης
Conservation biologyΒιολογία της διατήρησης
Conservation-tillage farmingΔιατήρηση – επιφανειακή καλλιέργεια, ελαφρύ όργωμα
Conservative approachΣυντηρητική προσέγγιση
ConspecificΟμοειδικό
ConstancyΠαρουσία, εμφάνιση (= frequency= συχνότητα)
ConsumersΚαταναλωτές. Σε ένα οικοσύστημα, εκείνοι οι οργανισμοί που αντλούν την ενέργειά τους τρεφόμενοι με άλλους οργανισμούς ή τα προϊόντα τους
Consumptive useΜη ανακτήσιμη χρήση. Βλ. consumptive water use= μη ανακτήσιμη χρήση νερού
Consumptive water useΜη ανακτήσιμη χρήση νερού, δηλ. νερό που καταναλώτεται και δεν μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί
Contagion indexΔείκτης συνοχής
Container seedlingΒωλόφυτο. Σπορόφυτο μεγαλωμένο σε μικρό δοχείο με μπάλα εδάφους και σε ελεγχόμενο περιβάλλον. Βλ. plug= βωλόφυτο
Containment buildingΚτήριο συγκράτησης.
ContaminationΜόλυνση
Contingency approachΕνδεχομενική προσέγγιση, προσέγγιση αβέβαιων, έκτακτων ή συμπτωματικών περιστατικών
Contingency paymentsΑπρόβλεπτες αμοιβές
Contour farmingΠεριμετρική άροση
ContraceptiveΑντισυλληπτικό
Contractual obligationsΣυμβατικές υποχρεώσεις
Contribution marginΟριακή συνεισφορά μεταβλητού κόστους
Control chartΔιάγραμμα ελέγχου
Control lineΓραμμή ελέγχου
Control rodsΡάβδοι ελέγχου
Controlled burningΕλεγχόμενη πυρκαγιά
ControllingΕλεγκτική λειτουργία, έλεγχος.
ConvectionΕπαγωγή, κατακόρυφη μεταφορά ρεύματος αέρα, μεταπήδηση
Convection columnΕπαγωγική στήλη.
Convection on Biological DiversityΜεταπήδηση στη βιολογική ποικιλομορφία
Convention on Trade in Endangered Species (CITES)Συνθήκη σχετικά με το εμπόριο για τα απειλούμενα υπό εξαφάνιση είδη (CITES)= Μια διεθνής συνθήκη που παρέχει μερική προστασία σε απειλούμενα ή υπό εξαφάνιση είδη με τον περιορισμό του εμπορίου σε εκείνα τα είδη ή τα προϊόντα τους
Conventional behaviourΣυμβατική συμπεριφορά
Conventional-tillage farmingΣυμβατική επιφανειακή καλλιέργεια, συμβατικό ελαφρύ όργωμα
ConvergenceΣύγκλιση
Convergent evolutionΣυγκλίνουσα εξέλιξη
Convergent plate boundaryΌριο συγκλινουσών πλακών
Conversion premiumΠροσαύξημα μετατροπής.
Conversion priceΤιμή μετατροπής
Conversion rateΑξία μετατροπής.
Conversion ratioΔείκτης μετατροπής
Conversion valueΑξία μετατροπής
Convertible bondΜετατρέψιμη ομολογία
Conveyor systemΣύστημα μεταφορέων
Cooling towerΠύργος ψύξης
CooperationΣυνεργασία
CoordinationΣυντονισμός
CoordinationΣυντονισμός.
Copper (Cu)Χαλκός
Coppice (coppicing)Πρεμνοβλάστηση
Coral reefΚοραλλιογενής ύφαλος
CoreΠυρήνας
Core areaΠυρήνας περιοχής, κεντρική περιοχή. Η περιοχή που χρησιμοποιείται συχνότερα και πιο τακτικά από άλλες περιοχές μιας ευρύτερης περιοχής. Δηλ. η κεντρική περιοχή ενός τόπου
Core competenciesΒασικές ικανότητες, βασικές αρμοδιότητες, βασικά πλεονεκτήματα
CormidiumΚορμίδιο
Corporate cultureΕταιρική κουλτούρα
CorporationΑνώνυμη εταιρία. Κεφαλαιουχική επιχείρηση
CorrelationΣυσχέτιση
Correlation coefficientΣυντελεστής συσχέτισης
CorridorΔιάδρομος
Corridor vegetationΔιάδρομος βλάστησης
CorrosionΔιάβρωση
Cosmetic sprayingΚαλλυντικός ψεκασμός
Cost of capital (CC)Κόστος κεφαλαίου
Cost-benefit analysisΑνάλυση κόστους–κέρδους, ανάλυση κόστους-οφέλους. Αυτός ο όρος συνήθως αναφέρεται σε οικονομικές μελέτες
Cost-benefit ratio/benefit-cost ratioΑναλογία κόστους – κέρδους, αναλογία κόστους-οφέλους
Cost-effectiveΟικονομικά αποδοτικός
Counteracting selectionΑντενεργούσα επιλογή
Coupled general circulation modelΣυνδεμένο γενικό πρότυπο κυκλοφορίας
CouplingΣύζευξη. Στην εξελικτική βιολογία, η ύπαρξη ενός γαμέτη ή χρωμοσώματος σε δύο ή περισσότερους γενετικούς τόπους αλληλομόρφων, τα οποία με κάποιο τρόπο θεωρούνται παρόμοια (π.χ. και τα δύο αγρίου τόπου, μεταλλαγμένα)
Coupon rateΕπιτόκιο τοκομεριδίου ομολογίας
Covalent bondΟμοιοπολικός δεσμός.
CovarianceΣυνδιακύμανση, συνδιασπορά
Cover typeΒλάστηση (δασική). Αναφορά σε σύμπλεγμα βλάστησης με την περιγραφή των κυρίαρχων ειδών, της ηλικίας τους και της δασοκομικής τους μορφής
CrackingΔιάσπαση
Credit associationsΠιστωτικές ενώσεις
CreepΕρπυσμός. Η αργή μετατόπιση μάζας εδάφους κατά τη διεύθυνση της κλίσης από μερικά μέτρα μέχρι μερικές εκατοντάδες μέτρων
Creeping fireΈρπουσα πυρκαγιά
Criteria pollutantsΡύποι κριτήρια
Critical levelΚρίσιμο επίπεδο
Critical massΚρίσιμη μάζα
Critical numberΤιμή-κατώφλι, κρίσιμος αριθμός
Critical wildfire habitat Κρίσιμος οικότοπος άγριας ζωής
CropΣοδειά
Crop rotationΑμειψισπορά
CroplandΑγρός
Crown coverageΣυγκόμωση
Crown firesΕπικόρυφη πυρκαγιά
Crown scorchΚαψάλισμα κόμης
Crude birthrateΑκατέργαστος ρυθμός γεννήσεων. Αριθμός γεννήσεων ανά 1.000 άτομα ετησίως
Crude death rateΑκατέργαστο ποσοστό θανάτου. Αριθμός θανάτων ανά 1.000 άτομα ετησίως
Crude oilΑργό πετρέλαιο
CrustingΚρουστοποίηση
CultivarΠοικιλία.
CultivationΚαλλιέργεια
Cultural controlΠολιτιστικός έλεγχος. Παραδείγματος χάριν, ο ψεκασμός του σπιτιού με τα εντομοκτόνα για να σκοτώσει τις μύγες είναι χημικός έλεγχος η τοποθέτηση των οθονών στα παράθυρα για να κρατήσει τις μύγες είναι έξω ένας πολιτιστικός έλεγχος
Cultural eutrophicationΑνθρωπογενής (πολιτισμικός) ευτροφισμός
CultureΚουλτούρα , πολιτισμός
Culture managementΔιαχείριση κουλτούρας
Curium (Cm)*Κούριο
Current accountΙσοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
Current expendituresΤρέχουσες δαπάνες
Current ratioΔείκτης κυκλοφοριακής ρευστότητας
Customer focusΕπικέντρωση στον πελάτη (= customer orientation)
Customer orientationΠροσανατολισμός στον πελάτη, πελατοκεντρισμός
Customer oriented Πελατοκεντρικός/ή/ό
Customer satisfactionΙκανοποίηση πελάτη
Customer’s delightΙκανοποίηση πελάτη
Customer-supplier relationshipΣχέση πελάτη-προμηθευτή
Cutoff rate Συντελεστής απόρριψης
CyanobacteriaΚυανοβακτήρια
DamΦράγμα
Danger indexΔείκτης κινδύνου
DarwinismΔαρβινισμός
Dead fuelsΝεκρά καύσιμα
DealateΑποπτερωμένο
DealationΑποπτέρωση
Dear enemy phenomenonΦαινόμενο αγαπητού αντιπάλου
Death rateΡυθμός θανάτων
DebrisΦερτές ύλες
Debris flowΚύλισμα υπολειμμάτων
Debt crisisΚρίση χρέους
Debt reliefΑνακούφιση χρέους
Debt-for-environmernt swapΜετατροπή χρεών σε οικολογική επένδυση
Decentralisation Αποκέντρωση
Deciduous plantsΦυλλοβόλα φυτά
Deciduous treesΦυλλοβόλα δένδρα
Decision making process Διαδικασία λήψης αποφάσεων
Declining tax baseΜειωμένη φορολογική βάση
DecommissioningΑφοπλισμός. Όταν εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας τίθενται οριστικά εκτός λειτουργίας
DecomposersΑποικοδομητές
Deductive reasoningΕπαγωγικός (συμπερασματικός) λογισμός
Deep-well injection operationΈγχυση σε βαθειά φρέατα
DefendantΕναγόμενος, κατηγορούμενος
DeforestationΑποδάσωση, αποψίλωση
Degradable pollutantΔιασπάσιμος (διασπώμενος) ρύπος (ρυπαντής)
Degree of financial leverageΒαθμός χρηματοοικονομικής εξάρτησης
Degree of urbanizationΒαθμός αστικοποίησης, αστυφιλίας
DehumidifierΑφυγραντήρας
Delegation of dutiesΕκχώρηση, μεταβίβαση αρμοδιοτήτων
DemeΔήμος, εδημικά είδη
Democratic accountabilityΔημοκρατική ευθύνη
Democratic contolΔημοκρατικός έλεγχος
DemographerΔημογράφος
Demographic societyΔημογραφική κοινωνία
Demographic transitionΔημογραφική μετάβαση. Η μετάβαση ενός πληθυσμού από τον όρο ενός υψηλού ρυθμού γεννήσεων και ενός υψηλού ποσοστού θανάτου στον όρο ενός χαμηλού ρυθμού γεννήσεων και ενός χαμηλού ποσοστού θανάτου. Μια δημογραφική μετάβαση μπορεί να προκύψει από την οικονομική ή κοινωνική ανάπτυξη. Τότε, με αυτή την έννοια, το demographic transition έχει σαν συνώνυμο το demographic ageing= δημογραφική γήρανση
DemographyΔημογραφία
DendogramΔενδρόγραμμα
DenitrificationΑπονιτροποίηση
DensityΠυκνότητα
Density dependenceΠυκνοεξάρτηση
Density-dependentΕξαρτώμενος/η/ο από την πυκνότητα, πυκνο-εξαρτωμένος/η/ο.
DepletionΚένωση, μείωση, εξάντληση
DepreciationΑπόσβεση
Dept/capitalization (D/C) ratioΛόγος οφειλών/κεφαλαιοποίησης
Dept/equity (D/E) ratioΔείκτης δανειακής επιβάρυνσης
Deregulation(1) Απορρύθμιση. (2) Αρση των ελέγχων
DesalinationΑφαλάτωση
DesertΈρημος
Desert pavementΕρημικό λιθόστρωτο
DesertificationΕρημοποίηση. Υποβάθμιση του εδάφους σε ξηρές, ημίξηρες και ύφυγρες περιοχές που οφείλεται σε διάφορους παράγοντες περιλαμβανομένων των κλιματικών αλλαγών και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Σύγκρινε και αντιπαράβαλε τον όρο αυτό με τον όρο aridification= ερημοποίηση
DesertifiedΕρημοποιημένος
DetergentΑπορρυπαντικό
Deterministic processΑιτιοκρατική (ντετερμινιστική) διεργασία. Μια διεργασία που οδηγεί σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα
Detrimental soil disturbanceΕπιβλαβής όχληση του εδάφους
Detrital food websΣαπροφυτικά τροφικά πλέγματα
DetritusΝεκρή οργανική ύλη, νεκρό οργανικό υλικό
Detritus feedersΣαπροφυτικοί οργανισμοί. Οργανισμοί που διατρέφονται από νεκρή οργανική ύλη
Deuterium (D; hydrogen-22H)= Δευτέριο (2 H)
Developed countriesΑναπτυγμένες χώρες.
Developing countriesΑναπτυσσόμενες χώρες
Development of Human ResourcesΑνάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού
Developmental changeΑναπτυξιακή αλλαγή
Developmental cycleΑναπτυξιακός κύκλος
DevolatilisationΠτητικότητα
DewΔρόσος
DialectΔιάλεκτος
Differential reproductionΔιαφορική αναπαραγωγή
DifferentiationΔιαφοροποίηση
DiffusionΔιάχυση
DiffusivityΣυντελεστής διάχυσης
DimorphismΔιμορφισμός
DioxinΔιοξίνη
DiploidΔιπλοειδής
Direct attackΆμεση προσβολή
Direct investmentΆμεση επένδυση
Direct roleΆμεσος ρόλος
Direct seedlingΤεχνητή σπορά
Directional selectionΚατευθύνουσα επιλογή
Disassortative matingΜη ομοιοτυπική σύζευξη
Discount rate(1) Ποσοστό έκπτωσης. (2) Προεξοφλητικό επιτόκιο
Discrete signal(1) Διακριτό σήμα. (2) Ψηφιακό σήμα
DisinfectionΑπολύμανση
DispatchΑποστολή
Displacement activityΔραστηριότητα μετατόπισης
DisplayΕπίδειξη
Disruptive selectionΔιασπαστική επιλογή
Dissolved oxygen (DO)Διαλυμένο οξυγόνο
Dissolved oxygen (DO) contentΠεριεκτικότητα διαλυμένου οξυγόνου
DistillationΑπόσταξη
Distraction displayΠαραπλανητική επίδειξη
Distribution of resourcesΚατανομή πόρων
Distributive justiceΔιανεμητική δικαιοσύνη
DisturbanceΔιαταραχή, όχληση
Divergent plate boundaryΌρια αποκλινουσών πλακών
DiversityΠοικιλότητα
DividendΜέρισμα
Dividend incomeΕισόδημα από μερίσματα.
Dividend yieldΜερισματική απόδοση
Division of workΚαταμερισμός εργασίας
DNA (DeoxyriboNucleid Acid)DNA (δεσοξυριβονουκλεϊνικό οξύ).
Documentary and confirmed letter of creditΒεβαιωμένη εχέγγυα πίστωση
DominanceΚυριαρχία
Dominance hierarchy (or dominance order)Ιεραρχία επικράτησης
Dominance systemΣύστημα επικράτησης
DoseΔόση
Double-declining balance methodΜέθοδος απόσβεσης διπλής απομείωσης υπολοίπου, φθίνουσα μέθοδος απόσβεσης
Doubling timeΔιπλασιασμός του χρόνου
Drift netting(1) Παρασυρόμενα δίχτυα, ελεύθερα κινούμενα δίχτυα. (2) Δίχτυα αφρόψαρων
Drip irrigationΣτάγδην άρδευση, άρδευση σταλαματιά-σταλαματιά
Drip lineΑλυσίδα αποστράγγισης
DroneΚηφήνας
DroughtΞηρασία
Drought codeΚώδικας ξηρασίας
Drought indexΔείκτης ξηρασίας
DrylandsΣτεριές
Dubnium (Db)*Δούβνιο
DuettingΝτουέτο
DuffΧούμος, φυτόχωμα (= humus)
Duff layerΟργανικός ορίζοντας
Dynamic selectionΔυναμική επιλογή
Dysprosium (Dy)Δυσπρόσιο
Earnings before interest and tax (ΕΒΙΤ)Μικτά κέρδη
Earth capitalΚεφάλαιο της Γης
EarthflowΓεωλίσθηση
EarthquakeΣεισμός
Earth-shelered housingΓη - η κατοικία
Earth-sustaining economyΟικονομία αειφορίας της Γης
EasementΑνακούφιση
EcdysisΈκδυση. (α) Η περιοδική απόρριψη της εξωτερικής εφυμενίδας των αρθροπόδων. Στα έντομα και τα καρκινοειδή η έκδυση ελέγχεται από την ορμόνη εκδυσόνη (= ecdysone). (β) Η περιοδική πτώση του εξωτερικού στρώματος της επιδερμίδας των ερπετών (εκτός των κροκοδείλων) ώστε να μπορέσει να αυξηθεί το σώμα τους. Συνώνυμο αυτού του όρου είναι ο όρος molt, moult (ή molting, moulting)
EcdysoneΕκδυσόνη. Μια στεροειδής ορμόνη που παράγεται από τα έντομα και τα καρκινοειδή, η οποία διεγείρει την έκδυση (= eckdysis) και τη μεταμόρφωσή τους. Δρα σε μια συγκεκριμένη γονιδιακή θέση διεγείροντας τη σύνθεση πρωτεϊνών που σχετίζονται με αυτές τις σωματικές αλλαγές
EclosionΕκκόλαψη
Ecological diversityΟικολογική ποιότητα
Ecological economistΟικολογικός οικονομολόγος
Ecological land-use planningΟικολογικός σχεδιασμός χρήσης γης
Ecological nicheΟικοθέση, οικολογικός θώκος. Συχνά ο όρος χρησιμοποιείται πιο ελεύθερα για να περιγράψει το «ρόλο» ενός είδους ή τους πόρους που χρησιμοποιεί
Ecological pest managementΟικολογική διαχείριση παρασίτων
Ecological population densityΟικολογική πληθυσμιακή πυκνότητα
Ecological pressureΟικολογική πίεση
Ecological restorationΟικολογική αποκατάσταση
Ecological successionΟικολογική διαδοχή
EcologistΟικολόγος
EcologyΟικολογία
Economic depletionΟικονομική μείωση
Economic exclusionΟικονομικός αποκλεισμός
Economic order quantity (EOQ)Ποσότητα οικονομικότερης παραγγελίας
Economic thresholdΟικονομικό κατώτατο όριο. Η ζημιά που προκαλείται από τα παράσιτα η οποία, για να μειωθεί περισσότερο, θα απαιτούσε τη χρήση των φυτοφαρμάκων που όμως θα έκαναν ακόμα μεγαλύτερη οικονομική ζημιά από εκείνη που προκλήθηκε αρχικά από τα ίδια τα παράσιτα
Economics of scaleΟικονομίες κλίμακας
EconomyΟικονομία
EcosphereΟικόσφαιρα
EcosystemΟικοσύστημα
Ecosystem capitalΚεφάλαιο οικοσυστήματος. Αγαθά και υπηρεσίες που προκύπτουν από τα οικοσυστήματα
Ecosystem managementΔιαχείριση οικοσυστήματος
Ecosystem sustainabilityΑειφορία (βιωσιμότητα) οικοσυστήματος
EcotoneΟικοτόνος
EcotourismΟικοτουρισμός
EcotypeΟικότυπος
EdatopeΕδαφότοπος
Edge effect(1) Συνοριακή επίδραση. (2) Eπίδραση των άκρων, στη χωρική ανάλυση
Effective population numberΔραστικό μέγεθος πληθυσμού
Effective rate of interestΠραγματικό επιτόκιο
EffectivenessΑποτελεσματικότητα
EfficiencyΑποδοτικότητα
Efficient frontierΑποδοτικό όριο
E-governmentΗλεκτρονική διακυβέρνηση
Einsteinium (Es)*Αϊνστάνιο
El NinoΕλ Νίνιο
ElectrolysisΗλεκτρόλυση.
Electromagnetic radiationΗλεκτρομαγνητική ακτινοβολία
Electromagnetic waveΗλεκτρομαγνητικό κύμα
Electron (e)Ηλεκτρόνιο
ElementΣτοιχείο
Embrittlement(1) Ευθραυστότητα, ψαθυροποίηση
EmergencyΈκτακτο περιστατικό
Emergent vegetationΑναδυόμενη βλάστηση. Υδρόβιες εγκαταστάσεις τα των οποίων χαμηλότερα μέρη είναι κάτω από το ύδωρ, αλλά τα των οποίων ανώτερα μέρη προκύπτουν από το ύδωρ.
EmigrationΑποδημία
Emission allowance/standardsΕπιτρεπτά όρια / πρότυπα εκπομπής (= discharge permit= άδεια εκβολής, εκφόρτωσης)
Empathic learningΣυμπαθητική εκμάθηση
Employee involvementΣυμμετοχή υπαλληλων ( υπαλληλικού προσωπικού)
Empowerment of personnelΕνίσχυση (ενδυνάμωση) αρμοδιοτήτων προσωπικού
EnculturationΕμπέδωση κουλτούρας
Endangered speciesΑπειλούμενα υπό εξαφάνιση είδη.
Endangered Species ActΝομοθετική πράξη περί Απειλουμένων υπό εξαφάνιση Ειδών
EndemicΕνδημικός/ή/ό.
Endocrine disruptersΕνδοκρινικοί αποδιοργανωτές. Οργανικές ενώσεις, όπως τα παρασιτοκτόνα, για τις οποίες υπάρχει η υποψία ότι έχουν την ικανότητα να παρεμβαίνουν στις ορμονικές δραστηριότητες των ζώων
Endocrine glandsΕνδοκρινείςς αδένες. Οι αδένες που παρασκευάζουν ορμόνες και τις εκκρίνουν απευθείας στην κυκλοφορία του αίματος για να δράσουν σε απομακρυσμένες περιοχές μέσα στο σώμα (γνωστά ως όργανα ή κύτταρα στόχοι). Οι ενδοκρινείς αδένες είναι αδένες χωρίς αγωγούς (= ductless glands) και διαφέρουν από τους εξωκρινείς αδένες (= exocrine glands). Βλ. exocrine glands
EnergyΕνέργεια
Energy flowΕνεργειακή ροή
Energy sourceΠηγή ενέργειας
EnrichmentΕμπλουτισμός
EntomologistΕντομολόγος
EntrepreneurshipΕπιχειρηματικότητα
EntropyΕντροπία
EnvironmentΠεριβάλλον
Environmental accountingΠεριβαλλοντική λογιστική
Environmental degradationΠεριβαλλοντική υποβάθμιση
Environmental impactΠεριβαλλοντική επίδραση
Environmental justiceΠεριβαλλοντική δικαιοσύνη
Environmental movementΠεριβαλλοντική κινητοποίηση (κίνηση, κίνημα).
Environmental resistanceΠεριβαλλοντική αντίσταση
Environmental RevolutionΠεριβαλλοντική Επανάσταση
Environmental Science or Environmental StudiesΠεριβαλλοντική Επιστήμη ή Περιβαλλοντικές Επιστήμες
EnvironmentalismΠεριβαλλοντισμός
EnvironmentalistΠεριβαλλοντολόγος
Environmentally sensitive areasΠεριβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές
EnzymeΈνζυμο
Ephemeral speciesΕφήμερα είδη
Epicormic sproutingΑναβλάστηση
Epideictic displayΕπιδεικτική παράσταση
Epidemiologic transitionΕπιδημιολογική μετάβαση
Epidemiology, epidemiological studyΕπιδημιολογία
EpigamicΕπιγαμικό
Epigamic selectionΕπιγαμική επιλογή
EpiphytesΕπίφυτα
EpistasisΕπίσταση
EpizooticΕπιζωωτική
Equal employment opportunitiesΊσες ευκαιρίες απασχόλησης
EquilibiumΙσορροπία
Equilibrium moisture content (EMC)Περιεχόμενη υγρασία ισορροπίας (EMC)
Equilibrium theoryΘεωρία της ισορροπίας. Η θεωρία κατά την οποία τα οικοσυστήματα διατηρούνται καθώς περνάει ο χρόνος με τη βοήθεια φυσικών ελέγχων και ισορροπιών
Erbium (Er)Έρβιο
ErgonomicsΕργονομία
ErodibilityΔιαβρωσιμότητα
ErosionΔιάβρωση (του εδάφους)
ErotopeΔιαβρότοπος. Μονάδα επιφανείας για την εκτίμηση της διάβρωσης
Esprit de corpsΟμαδικό πνεύμα
EstablishmentΕγκατάσταση φυτείας. Μέτρα για την ασφαλή, γρήγορη και ικανοποιητική ρίζωση και ανάπτυξη τεχνητής βλάστησης
Estimated reservesΕικαζόμενοι φυσικοί πόροι
Estrous cycleΚύκλος οίστρου
EstuaryΚόλπος, εκβολή ποταμού, ποταμόκολπος, εκβολικά συστήματα
Ethical issuesΗθικά ζητήματα
Ethical responsibilityΗθική ευθύνη
EthoclineΗθοκλινές
EthologicalΗθολογικός
EthologyΗθολογία
ETS (Environmental Tobacco Smoke)Καπνός τσιγάρου στο περιβάλλον. Ο καπνός τσιγάρου από τους καπνιστές στον οποίο εκτείθενται οι μη καπνιστές.
Eukariotic cellΕυκαρυωτικό κύτταρο (= eukaryote)
Euphotic zoneΕυφωτική ζώνη. Στα υδατικά οικοσυστήματα, το στρώμα ή το βάθος του νερού, στο οποίο εισχωρεί μια ποσότητα φωτός αρκετή για να γίνει φωτοσύνθεση
EurodollarsΕυρωδολλάρια. Δολλάρια Η.Π.Α. που ανταλλάσσονται εκτός Η.Π.Α
European optionΕυρωπαϊκό δικαίωμα. Στα οικονομικά, δικαίωμα προαίρεσης που μπορεί να ασκηθεί μόνο κατά την ημέρα της λήξης του
Europium (Eu)Ευρώπιο
EurytopicΕυρύτοπο
EusocialΕυκοινωνικός
EutherianΕυθήριο
EutrophicΕυτροφικός
EutrophicationΕυτροφισμός
EvaluationΑξιολόγηση (= assessment). Evaluation ως αξιολόγηση χρησιμοποιείται στα αμερικάνικα αγγλικά, ενώ assessment με την ίδια έννοια χρησιμοποιείται στα βρετανικά αγγλικά
EvaporationΕξάτμιση
EvapotranspirationΕξατμισοδιαπνοή
Even aged stand Ομήλικη συστάδα
EvergreenΑειθαλές
EvolutionΕξέλιξη
Evolutionary biologyΕξελικτική βιολογία
Evolutionary convergenceΕξελικτική σύγκλιση
Evolutionary gradeΕξελικτική βαθμίδα
Evolutionary stable strategyΕξελικτικά σταθερή στρατηγική
Evolutionary successionΕξελικτική διαδοχή
Exchange ratioΔείκτης ανταλλαγής
Ex-dividendΧωρίς μέρισμα
Ex-dividend dateΗμερομηνία αποκοπής μερίσματος
Exercise priceΤιμή άσκησης δικαιώματος, συμφωνημένη τιμή
Exocrine glandsEξωκρινείς αδένες. Αδένες οι οποίοι αποβάλλουν τις εκκρίσεις τους μέσα στη σωματική κοιλότητα (όπως στο έντερο) ή στην επιφάνεια του σώματος, π.χ. σμηγματογόνοι, ιδρωτοποιοί, μαστικοί αδένες και μέρος του προγράμματος
Exogenous speciesΕξωγενή είδη
ExonΕξόνιο
ExoskeletonΕξωσκελετός
Exotic speciesΕξωτικό (ξενικό) είδος
Expected returnΑναμενόμενη απόδοση
Experimental groupΠειραματική ομάδα
Expiration dateΗμερομηνία άσκησης δικαιώματος, ημερομηνία λήξης (χρεογράφου)
Exponential growthΕκθετική αύξηση
External benefitΕξωτερικό πλεονέκτημα
External constraintsΕξωτερικά εμπόδια
External costΕξωτερικό κόστος
External environmentΕξωτερικό περιβάλλον
External sources of fundsΕξωτερικές πηγές άντλησης κεφαλαίων
External valuesΕξωτερικές αξίες
ExternalitiesΕξωτερικότητες
ExtinctionΕξαφάνιση, εξάλειψη
Extinction moisture contentΠεριεχόμενη υγρασία κατάσβεσης
Extractive reservesΦυτικοί πόροι
Extreme eventΑκραίο (καιρικό) φαινόμενο, οριακό γεγονός
Exurban migrationΠεριαστικοποίηση, εξωαστικοποίηση. Η τάση, που άρχισε από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, να μετακομίζουν οι άνθρωποι από το κέντρο της πόλης ή τα προάστια σε περιοχές έξω από τα «παλιά» προάστια, λόγω εργασίας ή με σκοπό να είναι πιο κοντά στην εργασία τους. Το φαινόμενο παρατηρήθηκε αρχικά στις μεγαλουπόλεις των Η.Π.Α
ExurbsΕξωτερικά προάστια. Προάστια έξω από τα τα «παλιά» προάστια. Βλ. exurban migration= περιαστικοποίηση, εξωαστικοποίηση.
Face valueΟνομαστική αξία.
FacilitationΔιευκόλυνση
Factor(1) Παράγοντας, στα μαθηματικά, την ιατρική και σε άλλες ειδικότητες. (2) Χρηματοδότης, στα οικονομικά
Facultative resprouterΠροαιρετικά αναβλαστάνοντα φυτά
Fair value of warrantΑντικειμενική αξία τίτλου επιλογής
Family planningΟικογενειακός προγραμματισμός
FamineΛιμός
FAO (Food & Agriculture Organization of the United Nations)ελλ. FAO -Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών.
Farm cooperativesΑγροτικοί συνεταιρισμοί
Farmer-centered Agricultural Resource Management (FARM) ProgramΠρόγραμμα για τους αγρότες σχετικά με τη διαχείριση των γεωργικών φυσικών πόρων (FARM). Ένα πρόγραμμα του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) στις Ασιατικές χώρες που ενθαρρύνει την αειφόρο γεωργία
Fecal coliformΚολοβακτηρίδιο
Fecal coliform testΚοπρανόγραμμα που ανιχνεύει την ύπαρξη κολοβακτηριδίων
Fecal matterΠερίττωμα
Fecal testΚοπρανόγραμμα
FecundityΓονιμότητα
FeedbackΑνάδραση
FermentationΖύμωση
Fermium (Fm)*Φέρμιο
Fertility rateΑναλογία γονιμότητας
Fertility transitionΜεταβολή γονιμότητας
FertilizerΛίπασμα
Field scoutsΕπιθεωρητές αγροκτημάτων
Fifth principle of ecosystem sustainabilityΗ πέμπτη αρχή της αειφορίας των οικοσυστημάτων. Η βιοποικιλότητα διατηρείται
Filling of blanksΠλήρωση κενών.
FinanceΧρηματοοικονομική
Financial accountabilityΟικονομική ευθύνη
Financial analysisΧρηματοοικονομική ανάλυση
Financial assetsΧρηματοοικονομικά προϊόντα, χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.
Financial leaseΧρηματοδοτική μίσθωση
Financial leverageΧρηματοοικονομική εξάρτηση
Financial planningΧρηματοοικονομικός σχεδιασμός
Financial slackΧρηματοοικονομική κάμψη
Fine fuelsΛεπτά καύσιμα
FirΕλάτη
FireΠυρκαγιά.
Fire adapted ecosystems Οικοσυστήματα προσαρμοσμένα στις πυρκαγιές
Fire Agency ServiceΠυροσβεστική Υπηρεσία
Fire analysisΑνάλυση πυρκαγιάς
Fire beltΑντιπυρική ζώνη
Fire benefitsΠλεονεκτήματα της φωτιάς
Fire break Αντιπυρική λωρίδα ή θέση πυροπροστασίας
Fire cycleΟ κύκλος της φωτιάς
Fire damageΖημιές από πυρκαγιές
Fire dangerΚίνδυνος πυρκαγιάς
Fire danger indexΔείκτης κινδύνου πυρκαγιάς
Fire danger ratingΔιαβάθμιση κινδύνου πυρκαγιάς
Fire detectionΕντοπισμός πυρκαγιάς ή πυρκαγιών
Fire edgeΌριο πυρκαγιάς
Fire effectsΣυνέπειες πυρκαγιάς
Fire environmentΠυρικό περιβάλλον
Fire frequencyΣυχνότητα πυρκαγιών
Fire hazard (or fire combustible hazard)Κίνδυνος πυρκαγιάς (ή συνιστώσα επικινδυνότητας καυσίμου)
Fire hazardous areasΠεριοχές με κίνδυνο πυρκαγιάς
Fire historyΙστορικό πυρκαγιών
Fire impactsΕπιπτώσεις πυρκαγιών
Fire injuryΈγκαυμα.
Fire insurance treesΔέντρα εξασφάλισης (παρακρατήματα)
Fire intervalΜεσοδιάστημα πυρκαγιών
Fire line Γραμμή πυρκαγιάς
Fire line intensityΈνταση γραμμής πυρκαγιάς
Fire loadΦορτίο πυρκαγιάς
Fire managementΔιαχείριση πυρκαγιών
Fire management areaΜονάδα διαχείρισης πυρκαγιών
Fire management objectiveΣτόχος διαχείρισης πυρκαγιών
Fire management planΣχέδιο διαχείρισης πυρκαγιών, αντιπυρικό σχέδιο
Fire occurrenceΕκδήλωση πυρκαγιάς
Fire occurrence mapΧάρτης σημείων εκδήλωσης πυρκαγιάς
Fire perimeterΠερίμετρος πυρκαγιάς
Fire prescriptionΠροδιαγραφή ελεγχόμενης φωτιάς
Fire presuppressionΠροκατασταλτικά μέτρα (πυρκαγιάς)
Fire preventionΠρόληψη πυρκαγιών
Fire protectionΠυροπροστασία
Fire regimeΚαθεστώς πυρκαγιάς
Fire reportΔελτίο πυρκαγιάς
Fire resistant trees (species) Πυράντοχα είδη
Fire retardantsΕπιβραδυντικά
Fire riskΕπικινδυνότητα πυρκαγιάς
Fire safetyΑσφάλεια πυρκαγιάς
Fire scarΟυλή πυρκαγιάς
Fire seasonΠερίοδος πυρκαγιών
Fire sensitive trees (species) Πυρόπληκτα δασικά είδη
Fire ServiceΠυροσβεστικό Σώμα
Fire severityΔριμύτητα πυρκαγιάς
Fire simulatorΠροσομοιωτής πυρκαγιάς
Fire spread modelΜοντέλο εξάπλωσης πυρκαγιάς
Fire storm Πύρινη λαίλαπα
Fire suppressionΚαταστολή πυρκαγιάς
Fire trailΑντιπυρική γραμμή. Συναντάται και ως fire line= γραμμή πυρκαγιάς στην αμερικάνικη βιβλιογραφία
Fire trapΠαγίδα φωτιάς
Fire weatherΜετεωρολογία δασικών πυρκαγιών
Fire weather forecastΠρόβλεψη καιρού πυρκαγιών.
Fire Weather Index (FWI)Δείκτης καιρού πυρκαγιών
Fire yearsΧρονιές πυρκαγιών.
FirebrandsΚάφτρες. Αιωρούμενα, διάπυρα υπολείμματα δασικής πυρκαγιάς
FireguardΚατασκευή πυρασφάλειας
Fireline controlΓραμμή ελέγχου πυρκαγιάς
Firemodel (ICS) Μοντέλο πυρκαγιάς
Fire-proofingΠυροπροστασία.
Fire-sensitive speciesΠυροευαίσθητα είδη
First law of thermodynamicsΠρώτος νόμος της Θερμοδυναμικής. Ονομάζεται επίσης Αρχή διατήρησης της ενέργειας
First principle of ecosystem sustainabilityΗ πρώτη αρχή της αειφορίας των οικοσυστημάτων.
First-generation pesticidesΠαρασιτοκτόνα πρώτης γενιάς
Fish farmingΙχθυοκαλλιέργεια
Fish ladderΔίοδος ψαριών.
FisheryΑλιεία, ψαρότοπος
FissionΣχάση
Fission productsΠροϊόντα σχάσης
Fissionable isotopeΙσότοπο σχάσιμο
FitnessΑρμοστικότητα
FixationΕγκαθίδρυση, μονιμοποίηση. Στη γενετική των πληθυσμών, είναι η πλήρης επικράτηση μιας μορφής γονιδίου (αλληλομόρφου), που καταλήγει στην πλήρη εξάλειψη άλλων μορφών γονιδίων
FlagellateΜαστιγωτό
Flame-retardantsΕπιβραδυντικά φλόγας
Flammability – ignitabilityΕυφλεκτικότητα – αναφλεξιμότητα
Flank fireΠλευρό πυρκαγιάς. Το μέτρο της περιμέτρου της πυρκαγιάς το οποίο είναι παράλληλο με την κύρια κατεύθυνση της εξάπλωσης της φωτιάς
Flare up Ξέσπασμα
Flash fuelsΕύφλεκτα καύσιμα
FlashoverΦλας Όβερ
Flat-plate collectorΕπίπεδος ηλιακός συλλέκτης
FlexibilityΕυελιξία
FloatersΠαρίες
FlocΘρόμβος
Flood irrigationΆρδευση από υπερχείλιση
Flotation costsΚόστος κυκλοφορίας ομολογιών
Fluorine (F)Φθόριο
FoamΑφρός
FolivoreΦυλλοφάγο
Food aidΣυσσίτιο. Φαγητό σε διάφορες μορφές που μοιράζεται ή πωλείται κάτω του κόστους σε άτομα που έχουν ανάγκη. Αυτό το συσσίτιο συνήθως πραγματοποιείται για ανθρωπιστικούς λόγους
Food chainΤροφική αλυσίδα
Food guide pyramidΔιατροφική πυραμίδα
Food securityΔιατροφική ασφάλεια
Food webΤροφικό πλέγμα
ForecastingΠρόβλεψη
Foreign currency futureΠροθεσμιακό συμβόλαιο ξένου συναλλάγματος
Foreign currency optionΔικαίωμα προαίρεσης (οψιόν) αγοραπωλησίας ξένου συναλλάγματος
Foreign direct investment (or FDI)Ξένη άμεση επένδυση
Foreign exchange rateΣυναλλαγματική ισοτιμία
ForestΔάσος
Forest coverΔασοκάλυψη
Forest fireΔασική πυρκαγιά
Forest floorΔασικός τάπητας
Forest protectionΔασοπροστασία
Forward contractΠροθεσμιακή σύμβαση (πράξη)
Forward rateΠροθεσμιακή τιμή
Forward transactionΠροθεσμιακή σύμβαση συναλλάγματος (προαγορά ή προπώληση)
Fossil fuelsΟρυκτά καύσιμα
FossilsΑπολιθώματα
Founder effectΑρχή του ιδρυτή, φαινόμενο του ιδρυτή
Fourth principle of ecosystem sustainabilityΤέταρτη αρχή της αειφορίας των οικοσυστημάτων. Τα οικοσυστήματα δείχνουν ελαστικότητα μετά από κάποια διαταραχή
Fractal geometry of land unitsΚλασματική γεωμετρία των μονάδων γης
FragmentationΔιάσπαση, τεμαχισμός, κατακερματισμός. Η διαίρεση ενός συνόλου οικοσυστημάτων σε κομμάτια με τη κατασκευή δρόμων αγροτικών εκτάσεων ή κατοικημένων περιοχών.
Framework Convention on Climate Change (FCCC)Σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τιν Αλλαγή του Κλίματος
Francium (Fr)Φράγκιο
Freedom of informationΕλευθερία πληροφόρησης
Free-market economyΟικονομία ελεύθερης αγοράς
Frequency curveΚαμπύλη συχνότητας
Frequency distributionΚατανομή συχνότητας
Fresh waterΓλυκό νερό, καθαρό νερό
FrontΜέτωπο. Όριο όπου συναντώνται διαφορετικές αέριες μάζες
FrugivoreΦρουτοφάγο
Fuel assemblyΣυγκρότημα στοιχείου πυρηνικού καυσίμου (= fuel bundle)
Fuel complexΣύμπλεγμα καυσίμου
Fuel continuityΣυνέχεια καυσίμου
Fuel elementsΚαύσιμα στοιχεία
Fuel managementΔιαχείριση καυσίμου
Fuel particleΣτοιχείο καυσίμου.
Fuel rodsΡάβδοι του πυρηνικού καυσίμου, καύσιμες ράβδοι
Fuel strataΣτρώμα καυσίμου
Fuel treatmentΧειρισμός καυσίμου
Fuel typeΤύπος καυσίμου
Fuelbed pororsityΠορώδες του στρώματος καυσίμου
FuelbreakΖώνη διάσπασης καύσιμης ύλης
FuelwoodΚαύσιμη ξυλεία
Fugitive speciesΠλανόδια, φευγαλέα ή πρόσκαιρα είδη
Full costΟλικό κόστος
FumesΑναθυμιάσεις
Functional change (change as structure)Δομική αλλαγή
Fungus, pl. fungiΜύκητας, πληθ. μύκητες
FusionΣύντηξη
FutureΠροθεσμιακό συμβόλαιο
Future valueΜελλοντική αξία
Gadolinium (Gd)Γαδολίνιο
Gaia hypothesisΗ Υπόθεση της Γαίας
Gallium (Ga)Γάλλιο
Game speciesΘηραματικά είδη
GameteΓαμέτης
GametogenesisΓαμετογένεση
Gamma raysΑκτίνες γάμμα
GasoholΓκαζόλη. Ένα μίγμα από 90% βενζίνη και 10% αλκοόλ που μπορεί να αντικαταστήσει τη καθαρή βενζίνη. Η γκαζόλη βοηθάει να αντέξουν περισσότερο τα αποθέματα βενζίνης
Gene familyΓονιδιακή οικογένεια
Gene flowΓονιδιακή ροή
Gene frequencyΓονιδιακή συχνότητα
Gene poolΓενετική δεξαμενή, γονιδιακό απόθεμα, απόθεμα γονιδίων
Gene, pl. genesΓονίδιο, πληθ. γονίδια
General partnershipΟμόρρυθμη εταιρία
Genetic adaptationΓενετική προσαρμογή
Genetic bankΤράπεζα γενετικού υλικού, τράπεζα γονιδίων, γενετική τράπεζα.
Genetic controlΓενετικός έλεγχος
Genetic deathΓενετικός θάνατος
Genetic distanceΓενετική απόσταση
Genetic diversityΓενετική ποικιλότητα
Genetic driftΓενετική παρέκκλιση
Genetic engineeringΓενετική μηχανική
Genetic fitnessΓενετική αρμοστικότητα
Genetic loadΓενετικό φορτίο
Genetic selectionΕπιλογή γονιδίου
Genetic variationΓενετική ποικιλομορφία
Genetically modified organism (GMO)Γενετικά τροποποιημένος οργανισμός (ΓΤΟ), γενετικά μεταλλαγμένος οργανισμός
GeneticsΓενετική.
Genic selectionΕπιλογή γονιδίου
GenomeΓονιδίωμα
GenotypeΓονότυπος
Genus, pl. generaΓένος, πληθ. γένη
Geographic isolationΓεωγραφική απομόνωση
Geographic raceΓεωγραφική φυλή
Geographical arbitrageΓεωγραφικό αρμπιτράζ. Για επεξήγηση της λέξης αρμπιτράζ, βλ. arbitrage= αρμπιτράζ
Geographical Information Systems (GIS)Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών (ΣΓΠ). Στην ελληνική βιβλιογραφία, απαντάται και ως Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (ΓΣΠ)
GeologyΓεωλογία
Geometric meanΓεωμετρικός μέσος όρος. Είναι η n-οστή ρίζα του γινομένου n τιμών. G = (x1, x2 … xn)1/n
Geometry of FlameΓεωμετρία της Φλόγας. Σύνολο ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν τη γεωμετρία ενός πύρινου μετώπου. Περιλαμβάνονται το ύψος, το μήκος, το βάθος και η γωνία της φλόγας σε σχέση με τον κατακόρυφο άξονα
GeotextileΓεωΰφασμα. Συνθετικό ή φυσικό, υδατοπερατό υλικό που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το έδαφος και τη βλάστηση για έλεγχο της διάβρωσης, αύξηση της υδατοσυγκράτησης κλπ
GeothermalΓεωθερμικός
Geothermal energyΓεωθερμική ενέργεια
Germanium (Ge)Γερμάνιο
GlacierΠαγετώνας
Global climate changeΠαγκόσμια κλιματική αλλαγή (μεταβολή)
Global fire propagation modelsΓενικά μοντέλα εξάπλωσης πυρκαγιάς
GlucoseΓλυκόζη
Goal managementΔιοίκηση σκοπών, διαχείρηση στόχων
GoalsΣκοπoί, στόχοι (= Objectives)
Gold (Au)Χρυσός
Golden parachuteΧρυσό αλεξίπτωτο
GonadΓονάδα
GoodsΑγαθά
GoodwillΥπεραξία
GovernanceΔιακυβέρνηση
GradeΒαθμίδα
Graded signalΚλιμακούμενο (αναλογικό) σήμα.
GradientΚλίση
GrasslandΛειμώνας
Grassroots movementΚίνηση (μετακίνηση) σε επίπεδο βάσης
Gravitational waterΎδωρ βαρύτητας. Νερό που έχει καταφέρει να διεισδύσει και να κατεβεί στη φρεάτια στάθμη
Gray waterΓκρίζο ύδωρ
GrayingΓήρανση
Green feeΠράσινη αμοιβή
Green fuelsΠράσινα καύσιμα (= living fuels= ζωντανά καύσιμα)
Green manureΧλωρή λίπανση
Green productsΠράσινα προϊόντα
Green revolution (or Environmental revolution)Πράσινη επανάσταση ή Περιβαλλοντική επανάσταση
Green water(1) Αέριο νερό. Στον υδρολογικό κύκλο, το νερό που εξατμίζεται και επιστρέφει σαν υδρατμός. (2) Μεγάλο κύμα ή θαλάσσια κρούση= Υδροδυναμικές κρουστικές δυνάμεις οι οποίες, λόγω κυμάτων, υπερπηδούν το κατάστρωμα ενός πλοίου σε κατάσταση θαλασσοταραχής
GreenbeltΠράσινη ζώνη
Greenhouse effectΦαινόμενο του θερμοκηπίου
Greenhouse gases (GHGs)Αέρια του φαινομένου του θερμοκηπίου
GreenmailΑπειλή μεγαλομετόχου για συγχώνευση
GritΧαλίκι
Grit chamberΑίθουσα απομάκρυνσης άμμου
GroomingΠεριποίηση
Gross domestic (national) product per capita (GDP)Ακαθάριστο εγχώριο (εθνικό) κατά κεφαλήν προϊόν (Α.Ε.Π)
Gross primary productionΑκαθάριστη αρχική παραγωγή
Ground fireΠυρκαγιά εδάφους
Ground fuelsΚαύσιμα εδάφους
Ground waterΥπόγεια ύδατα
Groundwater remediationΕπανόρθωση υπόγειων υδάτων
GroupΟμάδα
Group cohesionΣυνοχή ομάδας
Group cohesivenessΣυνεκτικότητα ομάδας
Group effectΕπίδραση ομάδας
Group predationΟμαδική θήρευση
Group selectionΕπιλογή ομάδας
Grouping activitiesΟμαδοποιημένες δραστηριότητες
Gully (1) Χαράδρωση. (2) Σύστημα απόθεσης ιλύος. (3) Φρεάτιο απορροής
Gully erosionΔιάβρωση δια χαραδρώσεων
GusherΑναβλύζουσα πηγή
HabitatΒιότοπος ή ενδιαίτημα ή οικότοπος
Habitat conservation planΣχέδιο συντήρησης βιοτόπων
Habitat selectionΕπιλογή βιότοπου
Hafnium (Hf)Άφνιο
HaircutΚούρεμα, στα οικονομικά
HalocarbonsΑλογονωμένοι υδρογονάνθρακες
HalogenΑλογόνο
Halogenated hydrocarbonΑλογονυδρογονάνθρακας
HalogenationΑλογόνωση
Handley cellΚύτταρο Hadley, κύτταρο κυκλοφορίας.Στη μετεωρολογία, ένα σύστημα κάθετης και οριζόντιας κυκλοφορίας του αέρα που υπερισχύει στις τροπικές και υπο-τροπικές περιοχές και δημιουργεί σημαντικά καιρικά πρότυπα και φαινόμενα
HaplodipoidyΑπλοδιπλοειδία
HaploidΑπλοειδής
Hard waterΣκληρό νερό. Το αντίθετό του είναι το Soft water= Μαλακό ή γλυκό νερό
HardwoodΠλατύφυλλα
Hassium (Hs)*Χάσσιο
HazardΚίνδυνος
Hazard AssesmentAποτίμηση ή αξιολόγηση κινδύνου
Hazard reductionΜείωση του κινδύνου
Hazardous chemicalΕπιβλαβή χημικά
Hazardous materialΕπικίνδυνο υλικό (HASMAT)
Hazardous wasteΕπικίνδυνα απόβλητα
Head fireΚεφαλή πυρκαγιάς
Heat contentΠεριεχόμενη θερμότητα
Heat transferΜεταφορά θερμότητας
Heavy fuelsΒαριά καύσιμα
Heavy metalΒαρύ μέταλλο
HedgingΚάλυψη, στα οικονομικά
Helium (He)Ήλιο
HemimetabolousΗμιμετάβολος/η/ο
HemlockΚωνοφόρο έλατο
HerbicidesΦυτοφάρμακα, ζιζανιοκτόνα
HerbivoreΦυτοφάγος/ος/ο
HerbivoryΦυτοφαφία. Αναφέρεται σε όλους τους οργανισμούς (συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων) που διατρέφονται με φυτά
HeritabilityΚληρονομησιμότητα, συντελεστής κληρονομικότητας
Heritage areasΧώροι πολιτιστικής κληρονομιάς
HermaphroditismΕρμαφροδιτισμός
HeterochronyΕτεροχρονία
HeterokaryotypeΕτεροκαρυότυπος
HeterosisΕτέρωση
HeterotrophΕτερότροφος/ος/η
HeterozygoteΕτεροζυγωτής
HeterozygousΕτερόζυγος/η/ο
Heterozygous advantageΠλεονέκτημα ετεροζυγωτή
Hierarchical organizationΙεραρχική οργάνωση
HierarchyΙεραρχία
HistonesΙστόνες
Historical costΙστορικό κόστος
Holmium (Ho)Όλμιο
HolometabolousΟλομετάβολα.
Home rangeΟικοπεριοχή. Η περιοχή που ένα ζώο μαθαίνει πολύ καλά και στην οποία περιπολεί τακτικά. Η οικοπεριοχή μπορεί να τύχει υπεράσπισης ή όχι. Τα τμήματα που τυγχάνουν υπεράσπισης αποτελούν την χωροκράτεια (Territory)
HomeostasisΟμοιόσταση
Homeotic mutationΟμοιωτικές αλλαγές
HominidΑνθρωπίδης/ης/ες
HomogamyΟμογαμία
HomologueΟμόλογος/η/ο
HomologyΟμολογία
HomoplasyΟμοπλασία
HomopretanΟμόπτερο. Μέλος της τάξης των εντόμων, όπως οι αφίδες, τα τζιτζίκια, τα διάφορα παράσιτα φυτών κ.ά
HomozygoteΟμοζυγωτής
HomozygousΟμόζυγος/η/ο
HoneybeeΜέλισσα
Horizontal and vertical structuresΟριζόντιες και κάθετες δομές
Horizontal differentiationΟριζόντια διαφοροποίηση
HormoneΟρμόνη.
Host(1) Ξενιστής. (2) Οικοδεσπότης (hostess= οικοδέσποινα). (3) Πλήθος, πληθώρα, όπως στην έκφραση host of services= πλήθος υπηρεσιών
Host raceΦυλή ξενιστή
Host-parasite relationshipΣχέση ξενιστή και παρασίτων
Host-specificΊδιον (χαρακτηριστικό) του ξενιστή, συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του ξενιστή
Hot spotΖεστό (καυτό) σημείο
Human capitalΑνθρώπινο κεφάλαιο
Human developmentΑνθρώπινη ανάπτυξη (όρος της Ψυχολογίας)
Human recoursesΑνθρώπινο δυναμικό
Human resource administrationΔιοίκηση ανθρωπίνων πόρων
Human resource management systemsΣυστήματα διαχείρισης ανθρώπινων πόρων
Human systemΑνθρώπινο σύστημα
Human-caused fires Ανθρωπογενείς πυρκαγιές
Human-caused risk Ανθρωπογενής κίνδυνος
HumidityΥγρασία
HumusΧούμος, φυτόχωμα (= duff)
HungerΠείνα
Hunter- gatherersΚυνηγoί - συλλέκτες
HurricaneΤυφώνας
HybridΥβρίδιο
Hybrid electric vehicleΥβριδικό ηλεκτρικό όχημα (HEV)
Hybrid lightingΥβριδικός φωτισμός
Hybridization Yβριδοποίηση
Hydrocarbon emissionsΕκπομπές υδρογονανθράκων
HydrocarbonsYδρογονάνθρακες
Hydroelectric damΥδροηλεκτρικό φράγμα
Hydroelectric powerYδροηλεκτρικη δύναμη
HydrofluorocarbonsΦθοριωμένος υδρογονάνθρακας
Hydrogen (H)Υδρογόνο
Hydrogen bondingΣύνδεση υδρογόνου
Hydrogen ionsΙόντα υδρογόνου
Hydrologic cycleΥδρολογικός κύκλος
HydroponicsΥδροπονική
HydrosphereΥδρόσφαιρα
Hydroxyl radicalΥδροξύλιο. Ριζοσπάστης υδροξυλίου
HymenopteranΥμενόπτερο
HypermorphosisΥπερμόρφωση
Hypothesis(Επιστημονική) Υπόθεση
HypoxiaYποξία.
Identity by descentΤαυτότητα εκ καταγωγής
Igneous rocksΠυριγενή πετρώματα (= magmatic rocks και eruptive rocks)
IgnitabilityΑναφλεξιμότητα
Ignition(1) Ανάφλεξη, πυροδότηση. (2) Αποτέφρωση, πύρωση (= calcination)
Ignition componentΣυνιστώσα ανάφλεξης
Ignition patternΠρότυπο ανάφλεξης
ImagoΕνήλικο έντομο
Immigrant speciesΑποδημητικά είδη
Immobilisation of nutrientsΑκινητοποίηση θρεπτικών ουσιών
InbreedingΟμομιξία
Inbreeding coefficientΣυντελεστής ομομιξίας
Inbreeding depressionΟμοιωτικός υποβιβασμός. Μείωση της μέσης τιμής ενός χαρακτήρα λόγω ομομιξίας
IncentivesΚίνητρα
Incentives for motivationΚίνητρα για ανάληψη πρωτοβουλιών
Inclusive fitnessΕγκλείουσα αρμοστικότητα
Income statementΚατάσταση αποτελεσμάτων χρήσης, ανάλυση εσόδων-εξόδων
Incremental cash flowΕπαυξητική ταμειακή ροή
Incremental changeΑυξητική αλλαγή
Incremental valueΕπαυξητική αξία
Index, pl. indices or indexesΔείκτης – πληθ. δείκτες
Indicator organismΟικολογικός δείκτης, βιολογικός δείκτης (= bioindicator, biological indicator)
Indicator speciesΕίδη δείκτες
Indirect roleΈμμεσος ρόλος.
Indium (In)Ίνδιο
Individual distanceΑτομική απόσταση
Individual quota systemΜεμονωμένο σύστημα ποσόστωσης.
Individual selectionΑτομική επιλογή
Individualism-based organisational cultureΑτομοκεντρική οργανωσιακή κουλτούρα
Industrial revolutionΒιομηχανική επανάσταση
Industrial smogΒιομηχανική αιθαλομίχλη, βιομηχανικό νέφος
Industrialised agricultureΕκβιομηχανισμένη γεωργία
InertiaΑδράνεια
Infant mortality rateΠοσοστό θνησιμότητας βρεφών (νηπίων)
InfiltrationΔιήθηση.
Infiltration-runoff ratioΑναλογία διήθησης-απορροών
InflationΠληθωρισμός
Information flowΡοή πληροφοριών
Infrared radiation or IR radiationΥπέρυθρη ακτινοβολία, υπεριώδης ακτινοβολία. ακτινοβολία.
InfrastructureΥποδομή
Inherently safe reactorΕγγενώς ασφαλής αντιδραστήρας
InhibitionΑναστολή
InhomogeneityΑνομοιογένεια
Initial attackΑρχική επέμβαση.
Initial costΑρχικό κόστος.
Initial public offering (IPO)Προσφορά νέων χρεογράφων με εγγραφή
InnovationΚαινοτομία
Innovation management strategyΣτρατηγική διαχείρισης της καινοτομίας (των καινοτομιών)
InoculationΕμβολιασμός.
Inorganic chemicalΑνόργανες χημικές ουσίες
Inorganic compounds/moleculesΑνόργανες ενώσεις/μόρια
Inorganic fertilizerΑνόργανα λιπάσματα
Input measureΜέτρο εισροών
InputsΕισροές
Insect societyΚοινωνία εντόμων
InsecticideΕντομοκτόνο
InsolvencyΑφερεγγυότητα
InstarΣτάδιο έκδυσης
InstictΈνστικτο
Institutionalisation (1) Θεσμοποίηση. (2) Ιδρυματοποίηση
Instrumental valueΧρηστική αξία, οργανική αξία. Με άλλα λόγια, είναι Πολύ σημαντική (βασική) αξία για την πραγματοποίηση ενός σκοπού
Insurance spayingΑσφαλιστικός ψεκασμός
Integrated pest management (IPM)Ενιαία διαχείριση εντόμων
Integrated waste managementΟλοκληρωμένη διαχείριση των αποβλήτων
IntegrationΕνσωμάτωση, ολοκλήρωση
Intended strategiesΣχεδιασμένες στρατηγικές
Intention movementΠροθετική κίνηση
InteractionΑλληλεπίδραση
InterceptionΔιακράτηση
IntercompensationΑλληλαντιστάθμιση
Interdemic selectionΔιαδημική επιλογή
Interest groupsΟμάδες συμφερόντων
Interest rate parityΙσοτιμία επιτοκίων
Interface managementΕνδιάμεση διοίκηση
Internal processΕσωτερική διαδικασία
Internal rate of return (IRR)Εσωτερική αποδοτικότητα
Internal valuesΕσωτερικές αξίες
Internally generated fundsΚεφάλαια εσωτερικής προέλευσης
International bondsΔιεθνείς ομολογίες
International Conference on population and development (ICPD)Διεθνής Διάσκεψη για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη (ICPD).
International firmΔιεθνής επιχείρηση
International Monetary Fund (IMF)Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)
International Monetary Market (IMM)Διεθνής Νομισματική Αγορά
International Whaling Commission (IWC)Η διεθνής επιτροπή κυνηγιού φάλαινας.
Inter-organisational relationsΔι-οργανωσιακές σχέσεις
Inter-process relationship improvementΒελτίωση συσχέτισης διαδικασιών
In-the-money optionΔιακίωμα προαίρεσης με εσωτερική αξία
Intra-organisational relationsΕνδο-οργανωσιακές σχέσεις
Intra-process improvementΒελτίωση εσωτερικής διαδικασίας
Intrasexual selectionΕνδοφυλετική επιλογή.
Intrinsic benefitsΕγγενή πλεονεκτήματα
Intrinsic rate of increaseΕνδογενής ρυθμός αύξησης.
Intrinsic rate of natural increaseΕγγενής ρυθμός φυσικής αύξησης
Intrinsic value(1) Εγγενής άξια. Το δικαίωμα και την αξία που έχουν οργανισμοί στη ζωή χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι χρήσιμοι για να έχουν αξία. Αντίθετο είναι Instrumental value= Χρηστική αξία, οργανική αξία. (2) Εσωτερική αξία. Στα οικονομικά, Η αξία ενός περιουσιακού στοιχείου ή μιας επιχείρησης όπως την αντιλαμβάνεται ένας επενδυτής ή κάποιος άλλος, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο εκτιμά το πρόσωπο αυτό τα δεδομένα στοιχεία
IntronΙντρόνιο. Ένα τμήμα ενός διακοπτόμενου γονιδίου που δεν μεταφράζεται σε πολυπεπτίδιο
Invasive speciesΕίδη εισβολείς
Inventory conversion ratioΔείκτης ρευστοποίησης αποθεμάτων
Inventory managementΔιαχείρηση αποθεμάτων
Inventory turnover ratioΔείκτης ανακύκλωσης αποθεμάτων
Inversion(1) Ατμοσφαιρική αναστροφή, στη μετεωρολογία. (2) Αναστροφή. Στη βιολογία, αντιστροφή κατά 1800 του προσανατολισμού ενός τμήματος κάποιου χρωμοσώματος, σε σχέση με κάποιο χρωμόσωμα αναφοράς. (3) Αντιστροφή, στα μαθηματικά.
InvertebratesΑσπόνδυλα.
Investment bank (or banker)Τράπεζα επενδύσεων.
Investment value of convertiblesΕπενδυτική αξία μετατρέψιμων ομολογιών
Iodine (I)Ιώδιο
IonΙόν
Ion-exchange capacityΙκανότητα εναλλαγής ιόντων.
Ionic bondΙονικός δεσμός
Ionizing radiationΙονίζουσα ακτινοβολία
Iridium (Ir)Ιρίδιο
Iron (Fe)Σίδηρος
Irrevocable letter of creditΑνέκκλητη πιστωτική επιστολή
IrrigationΆρδευση
IsogamyΙσογαμία
Isolating mechanismsΑπομονωτικοί μηχανισμοί
IsotopeΙσότοπο
Isozymes (or isoenzymes)Ισοένζυμα
Iterative evolutionΕπαναληπτική εξέλιξη
IteroparityΕπανατοκία
Jet stream(1) Αεροχείμαρος, ταχύ ρεύμα εξαγωγής. (2) Παροχή ψεκαστικού υγρού
Job analysisΑνάλυση εργασίας
Job classificationΤαξινόμηση εργασίας
Job enlargementΔιεύρυνση εργασίας
Job fractionationΚατάτμηση εργασίας.
Job specificationΠροδιαγραφές θέσεως εργασίας ή καθηκόντων
Judicidial control of administrationΔικαστικός έλεγχος της διοίκησης
Junk bondΕπισφαλής ομολογία.
Juvenile hormoneΝεανική ορμόνη
K extinctionΕξαφάνιση Κ
K selectionΕπιλογή Κ
KaryotypeΚαρυότυπος
KerogenΚηροζίνη
Keystone speciesΘεμελειώδη (βασικά) είδη. Είδη κλειδιά. Είδη των οποίων η ύπαρξη σε ένα οικοσύστημα θεωρείται θεμελειώδους σημασίας για το ίδιο το οικοσύστημα
Kin selecitonΕπιλογή συγγενών, επιλογή του συγγενούς
Kinetic energyΚινητική ενέργεια
KinshipΣυγγένεια.
Krypton (Kr)Κρυπτό
KwashiorkorΚβασιορκόρ σύνδρομο
Kyoto ProtocolΠρωτόκολλο του Κιότο. Μια διεθνής συμφωνία μεταξύ των αναπτυγμένων εθνών, η οποία έγινε για να συγκρατήσει τις εκπομπές αερίου θερμοκηπίου. Το Πρωτόκολλο του Κιότο υπογράφηκε στο Κιότο της Ιαπωνίας το Δεκέμβριο του1997
La NinaΛα Νίνια
LabilityΠλαστικότητα
Lacey ActΝόμος Lacey. Ο νόμος αυτός είναι η πρώτη νομοθετική πράξη που απαγορεύει το διακρατικό εμπόριο των παράνομα σκοτωμένων ζώων και προστατεύει την άγρια φύση
Ladder fuelsΚλιμακωτά καύσιμα
Lagging indicatorsΔευτερεύοντες δείκτες
Laminar flowΣτρωτή ροή
Land capabilityΓαιοϊκανότητα. Το εύρος των χρήσεων μιας έκτασης ή το δυναμικό παραγωγής συγκεκριμένων προϊόντων. Αντιπαράβαλέ αυτό τον όρο με τον όρο Land suitability= Γαιοϊκανότητα
Land patternΧωροτακτικό πρότυπο. Σχέση χρήσεων γης, μεγέθους μονάδων, δεικτών ποικιλότητας, αριθμού συνδυασμών και σχετικής αφθονίας σε ένα τοπίο
Land subsidenceΚαθίζηση εδάφους
Land suitabilityΓαιοϊκανότητα. Η καταλληλότητα μιας περιοχής για την ανάπτυξη ορισμένης χρήσης γής. Αντιπαράβαλε με το Land capability= Γαιοϊκανότητα
Land trust(1) Ίδρυμα προστασίας εδάφους. (2) Περιοχή, έδαφος υπό κηδεμονία – προτεκτοράτο
Land unitΧωρική μονάδα
LandfillΧωματερή, ΧΥΤΑ (Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμάτων)
LandscapeΤοπίο. Στην Περιβαλλοντική Επιστήμη, είναι μια ομάδα αλληλεπιδρώντων οικοσυστημάτων που καταλαμβάνουν τις παρακείμενες γεωγραφικές περιοχές.
Landscape diversityΠοικιλότητα τοπίου
Landscape fragmentationΔιάσπαση τοπίου
Landscape unitΜονάδα τοπίου. Περιοχή σχεδιασμού της τάξης των 1.000.000 στρεμμάτων. Ο διαχωρισμός της στηρίζεται σε φυσιογραφικά χαρακτηριστικά
LandslideΓεωλίσθηση
Land-use planningΣχεδιασμός χρήσεων γης
LangurΛανγκούριος
Lanthanium (La)Λανθάνιο
Large fireΜεγάλη πυρκαγιά
Larva, pl. larvaeΠρονύμφη, πληθ. προνύμφες
Lateral communicationΟριζόντια επικοινωνία
LatitudeΓεωγραφικό πλάτος
Law of conservation of energyΝόμος της διατήρησης της ενέργειας
Law of conservation of matterΝόμος τηςδιατήρησης της ύλης
Law of hierarchyΝόμος της ιεραρχίας
Law of limiting factorsΝόμος των περιοριστικών παραγόντων
Lawrencium (Lr)*Λωρέντσιο
LayeringΠαραβλάστηση (μόσχευμα)
LeachateΕκχυλίσματα, ύδατα έκπλυσης
Leaching(1) Εκχύλιση, απόπλυση, διύλιση. (2) Έκπλυση εδαφικού υλικού. Υποβάθμιση επιφανειακών στρωμάτων του εδάφους, καθώς το χώμα παρασύρεται προς χαμηλότερο υψόμετρο (= lessivage, lixiviation, wash out)
Lead (Pb)Μόλυβδος
LeadershipΗγεσία
Leading indicatorsΚύριοι δείκτες
Learned behaviourΕπίκτητη συμπεριφορά
Learning processΜαθησιακή διαδικασία
LeaseΜίσθωση
Legislative control of administrationΝομοθετικός έλεγχος της διοίκησης
LegislatureΝομοθετικό σώμα
Legitimate powerΝόμιμη εξουσία
LesseeΜισθωτής
LessorΕκμισθωτής
LestobiosisΛηστοβίωση
LethosphereΛιθόσφαιρα
Letter of creditΕχέγγυα πίστωση, πιστωτική επιστολή
Leverage effectΕπίπτωση εξάρτησης
Leveraged leaseΧρηματοδοτική μίσθωση με δανεισμό
Levered firmΕξαρτημένη επιχείρηση
Liability of officialsΔιοικητική ευθύνη, ευθύνη των ιθυνόντων
Liebig’s law of minimumsΝόμος των ελαχίστων του Liebig. Βλ. επίσης limiting factor= περιοριστικός παράγοντας
Life cycleΚύκλος ζωής
Life expectancyΠροσδόκιμο επιβίωσης, αναμενόμενη διάρκεια ζωής
Lifeboat ethicΗθική της ναυαγοσωστικής λέμβου (του σωσίβιου)
LignotuberΞυλώδες εξόγκωμα
LimestoneΑνθρακικό ασβέστιο, ασβεστόλιθος
Limited partnershipΕτερόρρυθμη εταιρία.
Limiting factorΠεριοριστικός παράγοντας
Limits of toleranceΌρια της ανοχής.
Line of creditΠιστωτικό όριο.
Lineage groupΟμάδα συγγενών
Line-staff conceptΓραμμικό-επιτελικό σύστημα
LinkageΣύνδεση
Linkage Equilibrium and Linkage DisequilibriumΙσορροπία και ανισορροπία σύνδεσης
LipidsΛιπίδια
Liquefied natural gas (LNG)Υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG)
Liquefied petroleum gas (LPG)Υγροποιημένο αέριο υδρογονανθράκων (LPG)
LiquidityΡευστότητα
Liquidity managementΔιαχείρηση ρευστότητας.
Lithium (Li)Λίθιο
LithosphereΛιθόσφαιρα
LitterAπορρίματα
Litter layerΞηροτάπητας
LivabilityΚατοικισημότητα. Ένας υποκειμενικός δείκτης για το πόσο ευχάριστη είναι μια πόλη για να ζήσεις
Living fuelsΖωντανά καύσιμα. Φυσικά καύσιμα στα οποία η περιεχόμενη υγρασία ελέγχεται φυσιολογικά (βιολογικά)
LoamΠηλώδες έδαφος
Local models (surface fires)Τοπικά μοντέλα (πυρκαγιές επιφανείας)
Local windsΤοπικοί άνεμοι
LocusΓενετικός τόπος. Το τμήμα του χρωμοσώματος που καταλαμβάνει ένα συγκρεκριμένο γονίδιο. Με την ευρύτερη έννοια, αυτό το ίδιο το γονίδιο σε όλες τις αλληλικές του καταστάσεις
Logistic equationΛογιστική εξίσωση
Logistic growthΛογιστική αύξηση
Long hedge positionΘετική θέση
LongevityΜακροζωία
Long-term debtΜακροπρόθεσμο δάνειο
Long-term debt/total asset (LD/TA) ratioΔείκτης κάλυψης ενεργητικού με μακροπρόθεσμα κεφάλαια
LoppingΑποκλάδωση
Loss of legitimacyΑπώλεια νομιμότητας
Low forestΧαμηλό δάσoς. Πρεμνοφυές δάσος
LULU (Locally Unwanted Land Use)Τοπικά ανεπιθύμητη χρήση εδάφους
Lutetium (Lu)Λουτέσιο
MacaqueΜακάκος
Macro factorsΜακροοικονομικοί παράγοντες
MacroevolutionΜακροεξέλιξη
MacromoleculesΜακρομόρια
MACT (Maximum Achievable Control Technology)Μέγιστη επιτεύξιμη τεχνολογία ελέγχου
MagmaΜάγμα
Magnesium (Mg)Μαγνήσιο
Magnesium saltsΆλατα μαγνησίου
Major workerΜείζων εργάτρια
Making to the marketΚαθημερινή τακτοποίηση λογαριασμού
MalnutritionΥποσιτισμός
MammalΘηλαστικό
Management (or managerial) qualificationsΔιοικητικά (διαχειριστικά) προσόντα
Management areaΠεριοχή διαχείρισης (ελέγχου).
Management by objectivesΔιαχείριση (διοίκηση) με στόχους
Management of innovationΔιαχείριση της καινοτομίας
Management principlesΑρχές διαχείρηση (διοίκησης)
Management skillsΔιαχειριστικές (διοικητικές) δεξιότητες
Management strategiesΔιαχειριστικές (διοικητικές) στρατηγικές
Management styleΔιαχειριστικό (διοικητικό) στυλ (ή ύφος)
Management-ignited prescribed fireΠροδιαγεγραμμένη καύση, στη δασοκομική
ManagerΔιαχειριστής, διοικητικό στέλεχος
Managerial flexibilityΔιοικητική ευελιξία
Managerial gridΔιοικητικό πλέγμα
Managerial structuresΔιοικητικές δομές.
Mandatory projectΥποχρεωτικό (επενδυτικό) πρόγραμμα
Manganese (Mn)Μαγγάνιο
Mangrove swapsΜαγκρόβιοι βάλτοι
MantleΜανδύας
MapleΣφένδαμος
MarasmusΜαρασμός
MarginΕγγύηση, περιθώριο
Marginal cost of capitalΟριακό κόστος κεφαλαίου
Market efficiencyΑποτελεσματικότητα αγοράς
Market makersΔιαμορφωτές αγοράς
Market value weightsΣταθμικοί (σταθμισμένοι) συντελεστές χρηματιστηριακής αξίας, συντελεστές στάθμισης αγοραίας αξίας
MarsupialΜαρσιποφόρο
MassΜάζα
Mass communicationΜαζική επικοινωνία
Mass extinctionΜαζική εξαφάνιση
Mass numberΜαζικός αριθμός
Mass provisioningΜαζική πρόνοια
Mass soil failureΑπώλεια εδάφους
Material safety data sheets (MSDS)Υλικά φύλλα στοιχείων ασφάλειας (MEDS)
Materials recycling facility (MRF)Υλική δυνατότητα ανακύκλωσης (MRF)
MatrifocalΜητροκεντική
MatrilinealΜητρογραμμική
MatterΎλη. Αντίθετό του είναι το= energy= ενέργεια
MaturationΩρίμανση
Maturity (or maturity date)Ωρίμανση (λήξη) (ή ημερομηνία λήξης)
Maximum returnΜέγιστη απόδοση.
Maximum sustainable yieldΜέγιστη βιώσιμη απόδοση ή παραγωγή
Maximum wealthΜέγιστος πλούτος
MeanΜέσος όρος
Mean fire intervalΜέσο μεσοδιάστημα πυρκαγιάς
MeasurementΜέτρηση, καταμέτρηση
Media workerΜέση εργάτρια
Mediterranean climateΜεσογειακό κλίμα
Medium fuelΜέτριο καύσιμo
MegafaunaΜεγαπανίδα
MeiosisΜείωση
Meiotic driveΜειωτική καθοδήγηση
Meitnerium (Mt)*Μαιτνέριο
MeltdownΡευστοποίηση, λυώσιμο
Mendelevium (Md)*Μεντελέβιο
Merchandise balanceΙσοζύγιο εμπορευμάτων
Mercury (Hg)Υδράργυρος
MergerΣυγχώνευση
Merger exchange ratioΔείκτης ανταλλαγής συγχώνευσης.
Meristic traitΜεριστικός χαρακτήρας
MesoclimateΜεσοκλίμα
MesosphereΜεσόσφαιρα
Mesotrophic lakeΜεσοτροφική λίμνη
MetabolismΜεταβολισμός
MetacommunicationΜεταεπικοινωνία
MetapopulationΜεταπληθυσμός
MetastabilityΜεταευστάθεια
MetastasisΜετάσταση
MetazoanΜετάζωο
Meteorological factorsΜετεωρολογικοί παράγοντες.
METEOSATΜΕΤΕΟSAT. Ευρωπαϊκός γεωστατικός, μετεωρολογικός δορυφόρος της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Διαστήματος που τον λειτουργεί ο οργανισμός EUMETSAT. Ο METEOSAT εκπέμπει στα 1691 και 1694 MHz
MethaneΜεθάνιο
Methyl bromideΒρωμιούχο μεθύλιο
Methyl chloroformΜεθυλοχλωροφόρμιο
Micro decisionsΜικροοικονομικές αποφάσεις
Micro factorsΜικροοικονομικοί παράγοντες
Micro filtrationΜικροδιήθηση
Micro lendingΜικροπίστωση
MicrobeΜικρόβιο
MicroclimateΜικροκλίμα
MicroevolutionΜικροεξέλιξη
MicroorganismΜικροοργανισμός
MicrositeΜικροπεριοχή. Μικρή έκταση που παρουσιάζει τοπικά χαρακτηριστικά διαφορετικά από τα χαρακτηριστικά της περιοχής που την περιβάλλει
Midnight dumping(Μεσονύκτια) εκφόρτωση απορριγμάτων. Η παράνομη πρακτική εκφόρτωσης απορριμάτων, ιδιαίτερα επιβλαβών αποβλήτων, συχνά κατά τη διάρκεια της νύκτας, ώστε η εκφόρτωση να μη γίνεται αντιληπτή
Migrant selectionΕπιλογή μεταναστών. Στη γενετική, είναι η επιλογή που βασίζεται στις διαφορετικές ικανότητες μετανάστευσης ατόμων με διαφορετική γενετική σύσταση. Για παράδειγμα, αν ιδρύονται νέοι πληθυσμοί συχνότερα από άτομα με γονίδιο Α, σε αντίθεση με εκείνα που φέρουν το γονίδιο α, τότε λέμε πως το γονίδιο Α ευνοείται από την επιλογή μεταναστών
MigrationΜετανάστευση. Στην εξελικτή βιολογία, μετανάστευση είναι συνώνυμο της γονιδιακής ροής. Με άλλα λόγια, είναι η μαζική μετακίνηση ατόμων, χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά γονιδιακή ροή μεταξύ των πληθυσμών.
Milankovitch cycleΚύκλος Milankovitch. Ένας κύκλος σημαντικών ταλαντώσεων στη γήινη τροχιά, που λαμβάνει χώρα συχνά εδώ και χιλιάδες χρόνια και είναι γνωστός από την επιρροή που ασκεί στη κατανομή της ηλιακής ακτινοβολίας και επομένως στην ύπαρξη παγκόσμιων καιρικών φαινομένων
Minamata diseaseΑσθένεια Minamata. Μια ασθένεια, που βρέθηκε να είναι το αποτέλεσμα της δηλητηρίασης υδραργύρου, και παρατηρήθηκε αρχικά σε ένα αλιευτικό χωριό στην Ιαπωνία. Κύρια συμπτώματα αυτής της «ασθένειας» - όπως αποκαλείται - είναι οι σπαστικές κινήσεις και η διανοητική καθυστέρηση
MineralΜετάλλευμα ή μέταλλο
Mineral ashΟρυκτή τέφρα.
Mineral resourcesΟρυκτοί φυσικοί πόροι
Mineral soilΟρυκτό έδαφος
Mineralization Μεταλλοποίηση, απολιθοποίηση, ανοργανοποίηση
Minor worker,minimaΕλάσσων εργάτρια
Mission statementΚαθορισμός αποστολής
Mistake preventionΠρόληψη σφάλματος
MixtureΜίγμα
MobbingΟμαδική απόκρουση
ModelΜοντέλο
ModeratorΜεσολαβητής. Σε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα, μεσολαβητής είναι οποιοδήποτε υλικό το οποίο επιβραδύνει τα νετρόνια από τις αντιδράσεις διάσπασης έτσι ώστε ταξιδεύουν με τη σωστή ταχύτητα για να προκαλέσουν μια άλλη διάσπαση. Το ύδωρ και ο γραφίτης είναι δύο τύποι μεσολαβητών
Modified Accelerated Cost Recovery System (MACRS)Τροποποιημένο Σύστημα Επιταχυνόμενης Ανάκτησης Κόστους
Modifier geneΤροποποιητικό γονίδιο
MoistureΥγρασία
Moisture time lagΧρονική υστέρηση υγρασίας
MoleculeΜόριο
Molt, moult (or molting, moulting)Έκδυση. Βλ. ecdysis
Molybdenum (Mo)Μολυβδαίνιο
MonitoringΠαρακολούθηση
MonocultureΜονοκαλλιέργεια. Συνώνυμο του monocropping. Αντίθετά του είναι το crop rotation= αμειψισπορά και το polyculture= πολυκαλλιέργεια
MonogamyΜονογαμία
MonogynyΜονογυνία
MonomorphicΜονομορφικός
MonomorphismΜονομορφισμός
MonophyleticΜονοφυλετικό
MonsoonΜουσσώνας.
Montreal ProtocolΠρωτόκολλο του Μοντρεάλ. Μια συμφωνία που έγινε το 1987 από πολλά έθνη ώστε να ελαττωθεί η παραγωγή των χλωροφλωροανθράκων κατά 50% μέχρι το έτος 2000 προκειμένου να προστατευθεί η ασπίδα του όζοντος
Mopping upΑποκάθαρση, εκκαθάριση
MorbidityΝοσηρότητα. Η επίπτωση της ασθένειας σε έναν πληθυσμό
MorphoclineΜορφοκλινές
MorphogeneticΜορφογενετικό
MortalityΘνησιμότητα
Mortality (in a stand)Νέκρωση (δέντρων συστάδας)
Mosaic evolutionΜωσαϊκή εξέλιξη
MotivationΚίνητρο, παρακίνηση
Motivation and moraleΚίνητρο και ηθικό
MotivatorsΠαράγοντες κινήτρων (ή υποκίνησης)
MudflowΛασπολίσθηση.
MulchΜίγμα εδαφοκάλυψης
Multinational corporationΠολυεθνική εταιρία.
Multiplier effectΠολλαπλασιαστικό φαινόμενο
Municipal solid waste (MSW)Δημοτικά στερεά απόβλητα (MSW)
MutagenΜεταλλαξιογόνο ή μεταλλακτικός παράγοντας. Ουσία που μπορεί να προκαλέσει γενετικές μεταλλαγές / μεταλλάξεις
MutagenicΜεταλλαξιογόνος/α/ο
MutationΜεταλλαγή, μετάλλαξη
Mutation pressureΜεταλλακτική πίεση
MutualismΑμοιβαιότητα.
MyceliaΜικκύλια
MycorrhizaΜυκόρριζα
Myrmecioid complexΜυρμηκιοειδές σύμπλεγμα.
NASA (National Aeronautics and Space Administration)NASA. Εθνική Αεροναυτική και Διαστημική Διοίκηση των Η.Π.Α
National forest landsΕθνικός Δρυμός ή Εθνικό Πάρκο
National forestsΕθνικά δάση
National parksΕθνικά πάρκα
Native speciesΓηγενή (αυτόχθονα) είδη
NaturalΦυσικός
Natural capitalΦυσικό κεφάλαιο. Οι φυσικοί πόροι ενός έθνους, οι οποίοι αποτελούν το φυσικό κεφάλαιο και τα περιουσιακά του στοιχεία
Natural chemical controlΦυσικός χημικός έλεγχος.
Natural control methodsΦυσικές μέθοδοι ελέγχου
Natural disasterΦυσική καταστροφή
Natural enemiesΦυσικοί εχθροί
Natural fireΦυσική πυρκαγιά
Natural forestΦυσικό δάσος
Natural gasΦυσικό αέριο
Natural increaseΦυσική αύξηση.
Natural ionizing radiationΦυσική ιονίζουσα ακτινοβολία
Natural lawsΦυσικοί νόμοι
Natural radioactive decayΦυσική ραδιενεργός αποσύνθεση
Natural rechargeΦυσική επανατροφοδότηση
Natural regenerationΦυσική αναγέννηση. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτός ο όρος αντικαθιστάται συχνά από τον όρο reforestation= αναδάσωση
Natural resourcesΦυσικοί πόροι.
Natural selectionΦυσική επιλογή
Natural servicesΦυσικές υπηρεσίες
Near infraredΚοντινό υπέρυθρο
Negative feedbackΑρνητική ανάδραση
NegentropyΑρνητική εντροπία
Negotiating rangeΠεριοχή ή εύρος διαπραγμάτευσης
NeodarwinismΝεοδαρβινισμός
Neodymium (Nd)Νεοδύμιο
Neolithic RevolutionΝεολιθική επανάσταση
Neon (Ne)Νέο
NeotenyΝεοταινία. Ετεροχρονική εξέλιξη κατά την οποία η ανάπτυξη μερικών ή όλων των σωματικών γνωρισμάτων επιβραδύνεται σε σχέση με την σεξουαλική ωρίμανση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα σεξουαλική ωριμότητα σε άτομα με χαρακτηριστικά νεαρού ατόμου
Neptunium (Np)Ποσειδώνιο
Nest odourΟσμή φωλιάς.
Net income (NI) theoryΘεωρία καθαρών εσόδων
Net operating income (NOI) theoryΘεωρία καθαρών λειτουργικών εσόδων
Net present value (NPV)Καθαρή παρούσα αξία
Net primary productionΚαθαρή αρχική παραγωγή.
Net profit marginsΠεριθώρια καθαρού κέρδους
Net reproductive rateΚαθαρός αναπαραγωγικός ρυθμός
Net residual principleΑρχή του καθαρού υπολείμματος, στα οικονομικά
Net working capitalΚαθαρό κεφάλαιο κίνησης
NetworksΔίκτυα
NeurophysiologyΝευροφυσιολογία
Neutral allelesΟυδέτερα αλληλόμορφα
Neutral solutionΟυδέτερο διάλυμα
NeutronΝετρόνιο
New forestryΝέα δασονομία
New Public ManagementΝέα Δημόσια Διαχείριση (Διοίκηση)
Niche (ecological)Θέση (οικολογική) ή οικοθέση
Nickel (Ni)Νικέλιο
NIMBY (“Not in my backyard”)«Όχι στην αυλή μου». Μια κοινή τοποθέτηση σχετικά με τις ανεπιθύμητες εγκαταστάσεις - όπως οι αποτεφρωτήρες, οι πυρηνικές εγκαταστάσεις, και οι εγκαταστάσεις επεξεργασιών των επιβλαβών αποβλήτων - για τις οποίες οι άνθρωποι κάνουν τα πάντα ώστε να αποτρέψουν την εγκατάστασή τους κοντά στις κατοικίες τους
Niobium (Nb)Νιόβιο
Nitric acid (ΗΝΟ3)Νιτρικό οξύ (ΗΝΟ3)
NitrificationΝιτροποίηση
Nitrogen (N)Άζωτο
Nitrogen cycleΚύκλος του αξώτου
Nitrogen dioxideΔιοξείδιο του αζώτου
Nitrogen fixationΣταθεροποίηση αζώτου
Nitrogen oxides (Noχ)Οξείδια του αζώτου (NOχ)
Nitrous oxideΝιτρώδες οξείδιο
NOAA (National Oceanic and Atmospheric Administration)NOAA ή Εθνική Ωκεανολιγική και Ατμοσφαιρική Διοίκηση των Η.Π.Α
Nobelium (No)*Νομπέλιο
Noise pollutionΗχορύπανση
Nominal interest rateΟνομαστικό επιτόκιο
NonbiodegradableΜη βιοδιασπάσιμoς/η/ο, μη βιοδιασπώμενος/η/ο. Αντίθετο του Biodegradable= Βιοδιασπάσιμoς/η/ο ή βιοδιασπώμενος/η/ο
Noncommercial forest landΔάσος εκτός διαχείρισης
Nonconsumptive useΑνακτήσιμη χρήση. Βλ. nonconsumptive water use
Nonconsumptive water useΑνακτήσιμη χρήση ύδατος. Το νερό δεν μπορεί να καταναλωθεί αλλά μπορεί να (ξανα)χρησιμοποιηθει για διαφορετικούς λόγους
Nondegradable pollutantΜη βιοδιασπάσιμoς/η/ο ή μη βιοδιασπώμενος/η/ο ρύπος (ρυπαντής)
Non-discriminationΜη-διάκριση, απροκαταληψία. Όταν κάποιο άτομο δεν κάνει διακρίσεις ή δεν έχει προκαταλήψεις
Nongovernmental organization (NGO)Μη κυβερνητική οργάνωση (ΜΚΟ)
Nonionizing radiationΜη ιονίζουσα ακτινοβολία
Nonpoint sourcesΜη σημειακές πηγές
Nonrenewable resourcesΜη ανανεώσιμοι πόροι
Norm of reactionΦάσμα αντιδράσεων
Normal fire seasonΚανονική περίοδος πυρκαγιών
NormsΠρότυπα, κανόνες
Not for-profit οrganisation (or non-profit organization)Μη κερδοσκοπικός οργανισμός
No-till agricultureΧωρίς καλλιέργεια. (Ακαλλιέργητος/η/ο). Η πρακτική αυτής της καλλιέργειας κατά την οποία σκοτώνονται τα ζιζάνια με χημικές ουσίες ή άλλα μέσα και οι σπόροι φυτεύονται και αυξάνονται χωρίς να οργωθεί ή να καλλιεργηθεί η γη. Η πρακτική αυτή είναι πολύ αποτελεσματική για να αποτρέψει τη διάβρωση του εδάφους
NPV (Net present value)Καθαρή παρούσα αξία
Nuclear fissionΠυρινική σχάση
Nuclear fussionΠυρινική σύντηξη
Nuclear powerΠυρηνική ενέργεια
Nucleic acidsΝουκλεϊκά οξέα
NucleoidΠυρινοειδές. Το τμήμα του κυττάρου ενός βακτηρίου ή ενός κυανοπράσινου φύκους, δηλ. ενός προκαρυωτικού κυττάρου που περιέχει το γενετικό υλικό, το DNA, και γι’ αυτό ελέγχει τη δραστηριότητα του κυττάρου (= nuclear region= πυρινική περιοχή)
NucleotideΝουκλεοτίδιο
NucleusΠυρήνας
Nuptial flightΓαμήλια πτήση, στην κοινωνιοβιολογία
NutrientΘρεπτική ουσία ή θρεπτικό συστατικό
Nutrient budgetΙσοζύγιο θρεπτικών
Nutrient cycleΘρεπτικός κύκλος
Nutrient-holding capacityΙκανότητα συγκράτησης θρεπτικών ουσιών (συστατικών)
NymphΝύμφη, στην κοινωνιοβιολογία
ObjectiveΣτόχος
Observational learningΠαρατηρησιακή εκμάθηση
ObservationsΠαρατηρήσεις
Ocean thermal-energy conversionΩκεάνια θερμο-ενεργειακή μετατροπή (OTEC)
Odour trailΟσμητικό ίχνος
OestrusΟίστρος
Oil fieldΚοίτασμα πετρελαίου, πετρελαιοπηγή
Oil sandΠετρελαιοφόρος αμμόλιθος, πετρελαιοφόρος άμμος. (= tar sands και asphaltic sands)
Oil shaleΣχιστόλιθος πετρελαίου
OligogiynyΟλιγογυνία
OligotrophicΟλιγοτροφικός/ή/ό
Oligotrophic lakeΟλιγοτροφική λίμνη
OmnivoreΠαμφάγος/ος/ο
OntogenyΟντογένεση
OPECΟΠΕΚ [Οργανισμός ΠΕτρελαιοπαραγωγών Κρατών]
Open field plantingΑνοικτή φυτεία. Φύτευση σε γυμνή έκταση
OpennessΕιλικρίνεια, ευθύτητα
Operating leaseΔιαχειριστική μίσθωση
Operating profit marginsΠεριθώρια κέρδους εκμετάλλευσης
Operational objectivesΛειτουργικοί στόχοι
Operational sub-process improvementΛειτουργική βελτίωση επιμέρους διαδικασιών
Opportunistic speciesΟπορτουνιστικά είδη
Opportunity costΚόστος ευκαιρίας
Optimal capital structureΒέλτιστη κεφαλαιακή διάρθρωση
Optimal populationΒέλτιστος πληθυσμός
Optimal rangeΒέλτιστη σειρά
Optimal yieldΒέλτιστη παραγωγή, απόδοση
OptimumΒέλτιστος/η/ο
OptionΔικαίωμα προαίρεσης
Option writerΠωλητής δικαιώματος προαίρεσης
OrderΤάξη
Ordinary incomeΚανονικό εισόδημα
Ore (or orebody)Κοίτασμα
Organic chemicalsΟργανικές χημικές ουσίες
Organic compounds/moleculesΟργανικές ενώσεις/μόρια
Organic entitiesΟργανικές οντότητες
Organic farmingΟργανική καλλιέργεια
Organic fertilizerΟργανικό λίπασμα
Organic foodΟργανικά τρόφιμα
Organic gardeningΟργανική καλλιέργεια
Organic matterΟργανική ύλη
Organic phosphateΟργανικό φωσφορικό άλας
Organically grownΑνεπτυγμένος/η/ο ή αναπαραχθείς/είσαι/έν οργανικά. Ένας οργανισμός που έχει αναπτυχθεί και αναπαραχθεί χωρίς φυτοφάρμακα
Organisation chartΟργανόγραμμα
Organisational adaptabilityΟργανωσιακή προσαρμοστικότητα
Organisational behaviourΟργανωσιακή συμπεριφορά
Organisational cultureΟργανωσιακή κουλτούρα
Organisational downsizingΣυγχώνευση ιεραρχικών επιπέδων
Organisational flatteningΣυγχώνευση ιεραρχικών επιπέδων
Organisational infrastructureΟργανωσιακή υποδομή
Organisational mappingΟργανωσιακή χωροθέτηση (ή χαρτογράφηση)
Organisational performanceΟργανωσιακή απόδοση
Organisational performance indicatorsΔείκτες οργανωσιακής απόδοσης
Organisational unitsΟργανικές μονάδες
Organism(1) Οργανισμός. Οποιoδήποτε ζώο, φυτό, μικρόβιο ή οτιδήποτε έχει ζωή. (2) Οργανισμός δεικτών. Ένας οργανισμός η παρουσία ή η απουσία του οποίου σε μια περιοχή ή σε μια χημική ένωση δείχνει μια παθογόνος ή όχι κατάσταση.
OrnithologyΟρνιθολογία
Orphan siteΟρφανή περιοχή
OrthophotoΟρθοφωτογραφία
Osmium (Os)Όσμιο
OsmosisΌσμωση.
OutbreakΞέσπασμα
Outcome measureΜέτρο επιπτώσεων
OutcomesΕπιπτώσεις.
OutcrossingΕτερομιξία
OutgroupΠαραομάδα
Out-of-the-money optionΔικαίωμα προαίρεσης χωρίς εσωτερική αξία
Output measureΜέτρο εκροών
OutputsΕκροές, στα οικονομικά
OvaryΩοθήκιο ή ωοθήκη
Over the counter marketΕξωχρηματιστηριακή αγορά
Overall accountΣυνολικό ισοζύγιο πληρωμών
Overall coverage ratioΔείκτης συνολικής κάλυψης
OverconsumptionΥπερκαταναλωτισμός
OvercultivationΥπερκαλλιέργεια
OverdepreciationΥπεραπόσβεση
OverdominanceΥπερκυριαρχία
OverfishingΥπεραλίευση
OvergrazingΥπερβόσκηση
Overhead agenciesΕπιβλέπουσες υπηρεσίες
Overland flowΕπιφανειακή ροή. Αυτός ο όρος είναι γνωστός κυρίως ως runoff= Απορροή
OvernutritionΥπερτροφισμός
OverpopulationΥπερπληθυσμός
OvertoppedΈγκλειστα δέντρα
OxidationΟξείδωση
Oxygen (O)Οξυγόνο
OxyphilicΒλ. Acidophilic= Οξύφυλλο
OzoneΌζον
Ozone holeΤρύπα όζοντος (= ozone depletion)
Ozone layerΣτρώμα όζοντος, οζονόσφαιρα
Ozone shieldΑσπίδα όζοντος
PaedomorphosisΠαιδομόρφωση
Pair bondingΔεσμός ζεύγους
Palladium (Pd)Παλλάδιο
PanmicticΠαμμικτικός
PanmixiaΠαμμιξία
PANs (PeroxyAcetylNitrates)Υπεροξύ-νιτρικό-ακετύλιο
Par (or par value)Άρτιο (ή αξία στο άρτιο)
Parallel evolutionΠαράλληλη εξέλιξη
ParalogousΠαράλογοι
ParameterΠαράμετρος.
ParapatricΠαραπάτριοι. Είναι οι πληθυσμοί που οι γεωγραφικές τους κατανομές συνορεύουν, αλλά δεν επικαλύπτονται
ParasitesΠαράσιτα
ParasitismΠαρασιτισμός
ParasocialΠαρακοινωνικό
Parent materialΥλικό γονέα
Parochial, departmental interestsΤοπικιστικά, κλαδικά συμφέροντα
ParsimonyΦειδωλότητα
ParthenogenesisΠαρθενογέννεση
Partial claustral colony foundingΜερικώς κλειστή ίδρυση αποικίας
Participation in policy planningΣυμμετοχή στον σχεδιασμό πολιτικής
Participation loansΣυμμετοχικά δανεια
Participatory managementΣυμμετοχική διαχείρηση (διοίκηση)
ParticulatesΜόρια
PartnershipΠροσωπική εταιρία, στα οικονομικά
Parts per milionΜέρη ανά εκατομμύριο (PPM)
Passive safety featuresΠαθητικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ασφάλειας
Passive solar heating systemΣύστημα παθητικής ηλιακής ενέργειας
Pasteurization Παστερίωση
PastoralistΠοιμενικός, βουκολικός
PastureΒοσκότοπος
Paternal investmentΓονική επένδυση
Path analysisΑνάλυση διαδρομής
PathogenΠαθογόνος
Payback periodΠερίοδος επανείσπραξης
Payout ratioΔείκτης διανομής μερίσματος
PCBs (PolyChlorinated Biphenyls)Πολυχλωριωμένα διφαινύλια
Peak fire seasonΚρίσιμη περίοδος πυρκαγιών
Peck orderΙεραρχία επικράτησης
Peer ratingΔιαβάθμιση συναδέλφων
PercolationΔιήθηση
Performance appraisalΑξιολόγηση απόδοσης
Performance appraisal systemΣύστημα αξιολόγησης απόδοσης
Performance driversΠοσοτικοί δείκτες απόδοσης
Performance gapΧάσμα απόδοσης
Performance goalΣτόχος απόδοσης
Performance indicatorsΔείκτες απόδοσης
Performance managementΔιαχείρηση (διοίκηση) απόδοσης
Performance measureΜέτρο (μέτρηση) απόδοσης
Performance metricsΣυστήματα μέτρησης απόδοσης
Performance standardsΠρότυπα απόδοσης
Perimeter growth rateΡυθμός ανάπτυξης περιμέτρου
PeripatricΠεριπάτριοι. Είναι οι πληθυσμοί που βρίσκονται στην περιφέρεια της κύριας κατανομής του είδους
PerissodactylΠερισσοδάκτυλο
Permafrost(ελλ.) Permafrost. Μόνιμο στρώμα πάγου. Το έδαφος των αρκτικών περιοχών που παραμένει μόνιμα παγωμένο
Permanent financingΠάγια χρηματοδότηση.
Permanent working capitalΠάγιο κεφάλαιο κίνησης
PermeabilityΔιαπερατότητα ή διεισδυτικότητα
PerpetuityΟμολογία χωρίς τακτή λήξη
PersistentΈμμονος/η/ο, επίμονος/η/ο. Ιδιότητες των φυτοφαρμάκων ή άλλων χημικών ουσιών μη βιοδιασπάσιμων και ιδιαίτερα ανθεκτικών. Τέτοιες χημικές ουσίες παραμένουν παρούσες στο περιβάλλον για την διάρκεια ενός έτους ή περισσότερο
Persistent organic pollutants (POPs)Μη βιοδιασπάσιμοι οργανικοί ρύποι
PerturbationΔιαταραχή. Το αίτιο μιας φυσικής όχλησης του οικοσυστήματος
PestΖιζάνιο, παράσιτo, παρασιτικός οργανισμός
PestΕπιβλαβές φυτό ή ζώο
PesticideΖιζανιοκτόνο, μικροβιοκτόνο, παρασιτοκτόνο
Pest-loss insuranceΑσφάλεια σε περίπτωση απώλειας συγκομιδής λόγω ζιζανίων
PetrochemicalΠετροχημικός/ή/ό
PetrochemicalsΠετροχημικά προϊόντα
pH(ελλ.) pH. Κλίμακα που χρησιμοποιείται για να υποδείξει την οξύτητα ή βασικότητα (αλκαλικότητα) των ενδείξεων στο εργαστήριο και στο έδαφος, εκφρασμένος ως λογάριθμος της συγκέντρωσης των ιόντων υδρογόνου (H+)
PheneticΦαινετικός/ή/ό
PhenotypeΦαινότυπος
PheromoneΦερομόνη
PhilopatryΦιλοπατρία
Philosophy of zero errors/defectsΦιλοσοφία του μηδενικού σφάλματος
PhosphateΦωσφορικά άλατα φωσφορική ρίζα
Phosphorus (P)Φώσφορος
Phosphorus cycleΚύκλος φωσφόρου
Photochemical breakdownΦωτοχημική αποδόμηση
Photochemical oxidantsΦωτοχημικά οξείδια
Photochemical smogΦωτοχημική αιθαλομίχλη, φωτοχημικό νέφος
PhotosynthesisΦωτοσύνθεση
Photovoltaic cellsΦωτοβολταϊκά κύτταρα (στοιχεία). Συσκευές που μετατρέπουν την ηλιακή ενέργεια σε ηλεκτρικό ρεύμα
Phyletic groupΦυλετική ομάδα
Phylogenetic groupΦυλογενετική ομάδα
Phylogenetic inertiaΦυλογενετική αδράνεια
PhylogenyΦυλογένεση
PhylumΦύλο. Στη ταξινομική, κατηγορία υψηλού επιπέδου, ακριβώς κάτω από το Βασίλειο και πάνω από την Ομοταξία, δηλ. ομάδα συγγενών ομοταξιών (π.χ. τα Αρθρόποδα= τα καρκινοειδή, τα αραχνίδια, τα έντομα) και οι συγγενικές τους μορφές, και τα χορδωτά, τα οποία περιλαμβάνουν τα σπονδυλωτά και τις συγγενικές τους μορφές
Physical barrierΦυσικό εμπόδιο, φράγμα ή φυσικός φραγμός. Ένα γενετικό χαρακτηριστικό ενός φυτού, όπως και οι κολλώδεις τρίχες, που εμποδίζει την επίθεση των ζιζανίων ή παρασίτων
Physically-controlled combustionΦυσικά ελεγχόμενη καύση
PhysiologyΦυσιολογία
PhytoplanktonΦυτοπλαγκτόν
PhytoremediationΑποκατάσταση με φυτά. Η χρησιμοποίηση ορισμένων φυτών με σκοπό να ολοκληρωθεί ο καθαρισμός μερικών επικίνδυνων χημικών αποβλήτων
PineΠεύκο
Pioneer speciesΕποικιστές, πρόδρομα είδη
PlacentaΠλακούντας
PlacentalΠλακουντοφόρο.
Planetary albedoΠλανητικό αλμπίντο (λευκαύγεια). Η αντανάκλαση της ηλιακής ακτινοβολίας πίσω στο διάστημα λόγω της κάλυψης της γης από σύννεφα, η οποία συμβάλει στην ψύξη της ατμόσφαιρας
PlanktonΠλαγκτόν.
Plant communityΦυτοκοινωνία ή κοινωνία φυτών
Plant coverΕδαφοκάλυψη.
PlantingΦυτεία.
Plate tectonicsΤεκτονικές πλάκες
PlatesΠλάκες
Platinum (Pt)Λευκόχρυσος
Pledging collateralΕνεχυριασμένη ασφάλεια
PleiotropismΠλειοτροπισμός. Ο έλεγχος περισσοτέρων του ενός φαινοτυπικών χαρακτηριστικών, π.χ. του χρώματος του ματιού, της ερωτικής συμπεριφοράς, ή του μεγέθους, από το ίδιο γονίδιο ή ομάδα γονιδίων
PleiotropyΠλειοτροπία. Όταν ο ίδιος γενετικός τόπος επηρεάζει δύο ή περισσότερους φαινοτυπικούς χαρακτήρες
Plot(1) Δειγματοληπτική επιφάνεια, πειραματική μονάδα,. Επιφάνεια στην οποία γίνονται μετρήσεις πριν ή κατά τη διάρκεια πειραμάτων (= experimental unit). (2) Αγροτεμάχιο ή τμήμα γης, στην γεωργία. (= block, break field). (3) (α) Σχεδίαση, αποτύπωση (χώρου με τη βοήθεια του Η/Υ), για επιστημονικούς κλάδους όπως= Γραφιστική, Πληροφορική, ΣΓΠ, Τηλεπισκόπηση, Τοπογραφία,Φωτογραμμετρία, Χαρτογραφία και Χωρική Ανάλυση. (b) Σχεδιάζω, αποτυπώνω, παριστάνω γραφικά (κάτι με τη βοήθεια του Η/Υ), ως ρήμα, στους επιστημονικούς κλάδους= Γραφιστική, Πληροφορική, ΣΓΠ, Τηλεπισκόπηση, Τοπογραφία,Φωτογραμμετρία, Χαρτογραφία και Χωρική Ανάλυση
PlugΒωλόφυτο. Φυτάριο που αναπτύσσεται σε φυτοδοχείο σε ελεγχόμενες συνθήκες και μεταφέρεται για φύτευση με μπάλα εδάφους γύρω από τις ρίζες του. Βλ. container seedling= βωλόφυτο
PlumeΣτήλη καπνού
Plutonium (Pu)Πλουτώνιο
PodΚοπάδι, μπουλούκι
pOHpOH. Ο αρνητικός λογάριθμος της συγκέντρωσης των ιόντων υδροξυλίου (OH). Όπως το pH έτσι και το pOH παίρνει τιμές από 0 έως 14, αντιπροσωπεύοντας κάθε μονάδα μια δεκαπλάσια αύξηση πέρα από την προηγούμενη. Όσο χαμηλότερο είναι το pOH, τόσο υψηλότερη είναι η συγκέντρωση των ιόντων υδροξυλίου
Point mutationΣημειακή μετάλλαξη.
Point sourcesΣημειακές πηγές
Poison pillΔηλητηριώδες χάπι
Policy (or policies)Πολιτική (ή Πολιτικές)
Policy life cycleΚύκλος ζωής της πολιτικής ή των πολιτικών (που ακολουθεί μια κυβέρνηση)
Policy making/implementationΧάραξη/εφαρμογή πολιτικής
PoliticsΠολιτική
PollardΚουτσουρεμένο δέντρο
Pollen storersΑποταμιευτές γύρης.
PollinationΕπικονίαση
PollutantΡύπος, ρυπαντής
PollutionΡύπανση
Pollution cleanupΚαθαρισμός της ρύπανσης
Pollution preventionΠρόληψη ρύπανσης
Polonium (Po)Πολώνιο
PolyandryΠολυανδρία.
PolycultureΠολυκαλλιέργεια.
PolydomousΠολύοικη. Αναφέρεται σε αποικία με περισσότερες από μια φωλιές.
PolyethismΠολυεθισμός.
PolygamyΠολυγαμία.
PolygenesΠολυγονίδια.
Polygenic charactersΠολυγονιδιακοί χαρακτήρες
PolygynyΠολυγυνία.
PolymorphismΠολυμορφισμός
PolyphagousΠολύφαγος/η/ο.
PolyphyleticΠολυφυλετικό.
PolyploidyΠολυπλοείδια
PolytopyΠολυτοπία
PolytypyΠολυτυπία
Polyvarietal cultivationΠολυποίκιλη καλλιέργεια
Poneroid complexΠονηροειδές σύμπλεγμα
PongidΠογκίδης.
Pooling of interestΕξαγορά με ανταλλαγή
PopulationΠληθυσμός
Population changeΠληθυσμιακή μεταβολή
Population densityΠληθυσμιακή πυκνότητα
Population distributionΠληθυσμιακή κατανομή
Population dynamicsΠληθυσμιακή δυναμική
Population equilibriumΠληθυσμιακή ισορροπία
Population explosionΠληθυσμιακή έκρηξη
Population momentumΠληθυσμιακή ορμή.
Population profileΠροφίλ του πληθυσμού. Η γραφική αναπαράσταση ενός πληθυσμού που παρουσιάζει τον αριθμό των ατόμων κάθε ηλικίας ξεχωριστά ή κάθε ηλικιακής ομάδας ανά πέντε έτη, αρχίζοντας από τις νεώτερες ηλικίες στο κατώτατο σημείο του σχεδιαγράμματος. Κατ’αυτή την έννοια, είναι συνώνυμο του όρου population distribution= πληθυσμιακή κατανομή
Population structureΠληθυσμιακή δομή
PorosityΤο πορώδες
PortfolioΧαρτοφυλάκιο
Portfolio investmentΕπένδυση χαρτοφυλακίου.
Position effectΕπίδραση θέσης.
Positive feedback loopΒρόχος θετικής ανάδρασης
PostadaptationΜεταπροσαρμογή
Potassium (K)Κάλιο
Potential energyΔυναμική ενέργεια
Potentially renewable resourceΔυνητικά ανανεώσιμος φυσικός πόρος
Pouch makersΚατασκευαστές θυλάκων.
Power distributionΚατανομή εξουσίας
Power gridΗλεκτρικό δίκτυο ισχύος
Praseodymium (Pr)Πρασεοδύμιο
PreadaptationΠροπροσαρμογή
Precautionary principleΠροφυλακτική αρχή
Precipitation(1) Ατμοσφαιρική κατακρήμνιση. (2) Καθίζιση, ιζηματοποίηση
PrecocialΦωλεόφυγο
PredatorΘηρευτής (για ζώα)
Predator-prey relationshipΣχέση θηρευτή-θηράματος
Preemptive rightΔικαίωμα προτίμησης.
Preference for liquidityΠροτίμηση για ρευστότητα
Preferred stocksΠρονομιούχες μετοχές
Preliminary treatmentΠροκαταρτική επεξεργασία
PreparednessΕτοιμότητα.
Preparedness levelΕπίπεδο ετοιμότητας.
Prescribed burningΠροδιαγεγραμμένη καύση.
Prescribed fireΠροδιαγεγραμμένη πυρκαγιά.
Prescribed natural fireΠροδιαγεγραμμένη φυσική πυρκαγιά.
PrescriptionΠροδιαγραφή
Present valueΠαρούσα αξία.
PreservationΔιατήρηση.
PreyΛεία
Price/earnings (P/E) ratioΔείκτης τιμής προς κέρδη
Primary consumerΠρωτογενής καταναλωτής
Primary energy sourcesΚύριες μορφές ενέργειας
Primary marketΠρωτογενής αγορά
Primary pollutantsΠρωτογενείς ρύποι (ρυπαντές)
Primary producersΠρωτογενείς παραγωγοί, φωτοσυνθετικοί οργανισμοί
Primary productionΠρωτογενής παραγωγή. Οι δραστηριότητες των πρωτογενών παραγωγών (= primary producers) στη δημιουργία νέας οργανικής ουσίας στα οικοσυστήματα
Primary recoveryΠρωτογενής ανάκτηση
Primary reproductiveΠρωτογενές αναπαραγωγικό
Primary sewage treatmentΠρωτοβάθμια επεξεργασία αποβλήτων
Primary standard(1) Πρωτεύον πρότυπο. Το μέγιστο ανεκτό επίπεδο ενός ρύπου. Τα πρότυπα αυτά προορίζονται ώστε να προστατευθεί η ανθρώπινη υγεία. (2) Πρότυπο διάλυμα (= basal standard). Ένα διάλυμα που έχει προετοιμαστεί πολύ προσεκτικά για να καθορίσει την ισχύ των διαλυμάτων που χρησιμοποιούνται στις διάφορες αναλύσεις
Primary successionΠρωτογενής διαδοχή
Primary treatmentΠρωτοβάθμια επεξεργασία
PrimateΠρωτεύον. Οποιοδήποτε μέλος της τάξης Πρωτεύοντα, όπως οι λεμούριοι, οι πίθηκοι και ο άνθρωπος
Prime moversΚύριοι παρακινητές
Primer pheromoneΠαρακινούσα φερομόνη
PrimitiveΠρωτόγονος/η/ο
Prior informed consent (PIC)Συγκατάθεση κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης , άδεια εκ των προτέρων. Γενικά, το να παρέχει κάποιος άδεια ή να συγκατατίθεται, προκειμένου να γίνει ενέργεια που τον αφορά, μόνο μετά από διεξοδική συζήτηση του προβλήματος και αφού εξασφαλιστεί ότι το κατανοεί πλήρως. Παραδείγματα τέτοιων καταστάσεων είναι επικείμενη σοβαρή εγχείρηση, δωρεά οργάνου, είσοδος σε άσυλο κ.α
Private financing agenciesΙδιωτικοί χρηματοδοτικοί οργανισμοί
Private placementΙδιωτική τοποθέτηση
Privatisation Ιδιωτικοποίηση
ProbabilitiesΠιθανότητες
ProceduresΔιαδικασίες (κυρίως διοικητικές)
ProcessΔιαδικασία (κυριως ψυχολογική – νοητική)
Process analysis toolsΕργαλεία ανάλυσης διαδικασίας
Process designΣχεδιασμός διαδικασίας
Process managementΔιαχείριση (διοίκηση) διαδικασιών
Process mappingΧαρτογράφηση διαδικασίας
Process redesignΑνασχεδιασμός διαδικασίας
Produced assetsΥπάρχον ενεργητικό δυναμικό. Τα κτίρια, τα μηχανήματα, τα οχήματα και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία υποδομής μιας χώρας που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών της χώρας αυτής. Αυτά τα στοιχεία θεωρούνται μέρος του πλούτου αυτής της χώρας
ProducersΠαραγωγοί. Σε ένα οικοσύστημα, εκείνοι οι οργανισμοί (συνήθως τα πράσινα μέρη των φυτών) που χρησιμοποιούν την ηλιακή ενέργεια προκειμένου να κατασκευάσουν τα οργανικά συστατικά, που τους είναι απαραίτητα, από ανόργανες ενώσεις
Productive useΕκμετάλλευση φυσικών πόρων
ProductivityΠαραγωγικότητα
Productivity improvementΒελτίωση παραγωγικότητας
Profitability index (PI)Δείκτης αποδοτικότητας
ProgenesisΠρογένεση.
Programme planning Σχεδιασμός προγράμματος
Progressive provisioningΠροοδευτική πρόνοια
Project managementΔιαχείριση έργου
Prokaryotic cellsΠροκαρυωτικά κύτταρα
Promethium (Pm)Προμήθειο
PromisianΠροπίθηκος
Propagules(1) Μοσχεύματα. Στη δασοπονία, μέρη του φυτού όπως ρίζες, βλαστοί, οφθαλμοί κ.λ.π. τα οποία χρησιμοποιούνται για τον πολλαπλασιασμό του. (2) Μονάδες διασποράς. Στη πληθυσμιακή βιολογία, τα τμήματα ενός πληθυσμού που είναι σε θέση να ιδρύσουν νέα αποικία
Property taxesΦόροι ιδιοκτησίας
ProprietorshipΑτομική επιχείρηση.
ProspectusΕνημερωτικό δελτίο
ProteaseΠροτέαση
Protected forestΠροστατευόμενο δάσος.
Protective beltΖώνη προστασίας
ProteinΠρωτεΐνη
ProtisanΠρώτιστο. Αναφέρεται στο βασίλειο Πρώτιστα (ή Πρωτόκτιστα), το οποίο περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των οργανισμών που εντάσσονταν στο παλιό φύλο Πρωτόζωα, όπως τα μαστιγοφόρα, οι αμοιβάδες, τα βλεφαριδοφόρα και μερικοί άλλοι μονοκύτταροι οργανισμοί.
Protoactinium (Pa)Πρωτακτίνιο
Proton (p)Πρωτόνιο.
Protozoon, pl. protozoaΠρωτόζωο, πλ. πρωτόζωα
Proven reservesΒλ. reserves= αποθέματα.
ProvenanceΠροέλευση, καταγωγή. Η γεωγραφική περιοχή και το περιβάλλον στο οποίο μια συστάδα δέντρων ενδημεί και όπου η γενετική της υπόσταση έχει εδραιωθεί με φυσική επιλογή
Proximate causasionΕγγύτατο αίτιο. Οι καταστάσεις του περιβάλλοντος ή της εσωτερικής φυσιολογίας που προκαλούν τις αποκρίσεις του οργανισμού. Πρέπει να διακρίνονται από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που αναφέρονται ως απώτατο αίτιο (= ultimate causation), οι οποίοι οδήγησαν αρχικά στην εξέλιξη της απόκρισης
ProxyΠληρεξούσιο
PseudergateΨευδεργάτριες
PseudogeneΨευτογονίδιο
Public accountabilityΔημόσια ευθύνη
Public corporationsΔημόσιοι οργανισμοί
Public financing agenciesΔημόσιοι χρηματοδοτικοί οργανισμοί
Public interestΔημόσιο συμφέρον
Public ownershipΔημόσια ιδιοκτησία
Public sectorΔημόσιος τομέας
Public servantsΔημόσιοι υπάλληλοι (= civil cervants)
Public service awards programmesΠρογράμματα επιβράβευσης δημοσίων υπηρεσιών
Public utilitiesΔημόσιες υπηρεσίες κοινής ωφελείας (πχ ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ)
Punctuated equilibriumΣημεία ισορροπίας
PupaΧρυσαλλίδα
PupateΜεταμόρφωση σε χρυσαλίδα
Purchase acquisition methodΕξαγορά με αγορά μετοχών
Purchasing power parityΙσοτιμία αγοραστικών δυνάμεων
Put optionΔικαίωμα πώλησης
Put option buyerΑγοραστής δικαιώματος προαίρεσης πώλησης
PyrolisisΠυρόλυση. Χημική αποδόμηση υλικού με θερμότητα
QualityΠοιότητα
Quality assuranceΔιασφάλιση ποιότητας
Quality circleΚύκλος ποιότητας
Quality controlΈλεγχος ποιότητας
Quality improvementΒελτίωση ποιότητας
Quality managementΔιαχείρηση (διοίκηση) ποιότητας
Quantitative analysis techniquesΤεχνικές ποσοτικής ανάλυσης
Quantitative measurementΠοσοτική μέτρηση
Quantum evolutionΚβαντική εξέλιξη
QuasisocialΜεροκοινωνική
QueenΒασίλισσα
Queen substanceΒασιλική ουσία
QueenrightΒασιλισσοφόρος
Quick ratio (or acid test)Δείκτης άμεσης ρευστότητας (κυρ. όξινο τεστ)
r extinctionΕξαφάνιση r.
r selectionΕπιλογή r.
RaceΦυλή
RACT (Reasonably Available Control Technology)Μετριοπαθώς διαθέσιμος έλεγχος τεχνολογίας
RadiationΑκτινοβολία
Radical changeΡιζοσπαστική αλλαγή
Radioactive decayΡαδιενεργός αποσύνθεση
Radioactive emissionsΡαδιενεργές εκπομπές
Radioactive materialsΡαδιενεργές ουσίες
Radioactive wastesΡαδιενεργά απόβλητα
RadioactivityΡαδιενέργεια
RadioisotopeΡαδιοϊσότοπο
Radium (Ra)Ράδιο
Radon (Rn)Ραδόνιο
Rain shadowΠεριοχή χαμηλών βροχοπτώσεων
Rain splashΠιτσιλιά βροχής
Range of toleranceΌρια ανοχής
RangelandsΒοσκότοποι
Rate of spreadΡυθμός εξάπλωσης.
Rating agenciesΧρηματιστηριακά γραφεία εκτίμησης και αξιολόγησης
Rationalisation Εξορθολογισμός, ορθολογικοποίηση
Raw sewageΑνεπεξέργαστα λύματα
Raw sludgeΑκατέργαστη ιλύς, ακατέργαστη λάσπη
Raw wastewaterΑνεπεξέργαστα υγρά απόβλητα.
Reactive strategiesΣτρατηγικές ανταπόκρισης, αντιδραστικές στρατηγικές. Στα αγγλικά, η έκφραση αυτή εχει αρνητική έννοια)
Reactor vesselΔοχείο αντιδραστήρα (= core pressure vessel και pressure vessel)
Real rate of interestΠραγματικό επιτόκιο.
Reallocation (or replacement)Επανατοποθέτηση
RecapitulationΑνακεφαλαίωση
Recaptured depreciationΑνακτημένη απόσβεση
RecessiveΥπολειπόμενο
RechargeΑναπλήρωση του υδροφόρου ορίζοντα
Recharge areaΠεριοχή τροφοδοσίας, αναφόρτισης (ανατροφοδότισης). Η περιοχή στην οποία θα διεισδύσουν τα υπόγεια νερά και θα ανατροφοδοτήσουν ένα υδροφόρο στρώμα (= replenishment area)
Reciprocal altruismΑμοιβαίος αλτρουϊσμός
ReclamationΑποκατάσταση
RecolonizationΕπανεποικισμός
RecombinationΑνασυνδυασμός
RecoveryΕπανεγκατάσταση
Recreation siteΧώρος αναψυχής
Recruitment networkΔίκτυο στελέχωσης
RecyclingΑνακύκλωση ή aνακύκληση
Redirected activityΑναπροσανατολισμένη δραστηριότητα
RedressΕπανόρθωση, αποζημίωση
ReforestationΑναδάσωση. Η φυσική ή τεχνητή επανεγκατάσταση μιας δασικής συστάδας η οποία έχει υποστεί ζημιές. Στα Ελληνικά, ο όρος Αναδάσωση χρησιμοποιείται επίσης και για να δηλώσει την εγκατάσταση δενδρώδους δασικής βλάστησης σε περιοχή στην οποία δεν υπήρχε προηγουμένως δάσος. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως ο αντίστοιχος Αγγλικός όρος αυτής της έννοιας της αναδάσωσης είναι afforestation. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι ο όρος reforestation= αναδάσωση αντικαθιστά συχνά τον όρο natural regeneration= φυσική αναγέννηση
Refractory seedΔύσκολος σπόρος
RefugiaΚαταφύγια.
RegenerationΑναγέννηση. Η ανανέωση μιας δασικής συστάδας με φυσικό ή τεχνητό τρόπο, δηλαδή είτε με την πλαγιοσπορά με μεταφορά από τον άνεμο, τα πουλιά ή ζώα είτε με τη σπορά ή τη φύτευση είτε την πρεμνοβλάστηση. Βλ. επίσης advanced regeneration= προχωρημένη αναγέννηση
Regeneration delayΚαθυστέρηση αναγέννησης
Regression seriesΣτάδιο οπισθοδρόμησης
Regulatory reformΚανονιστική μεταρρύθμιση
RehabilitationΑποκατάσταση
Reinforcement plantingΦυτεύσεις αντικατάστασης
Reinforcing selectionΕνισχύουσα επιλογή.
Reintegration of a landscapeΕπανασύνθεση τοπίου
Relative humidityΣχετική υγρασία
ReleaserΑποδεσμευτής
Releaser pheromoneΑποδεσμευτική φερομόνη
ReliabilityΑξιοπιστία
RelictΥπόλειμμα.
RelictualΥπολειμματική
RemRem. Mια παλαιότερη μονάδα μέτρησης της δυνατότητας των ραδιενεργών εκπομπών να διαπεράσουν το βιολογικό ιστό. Βλ. sievert
RemediationΑποκατάσταση, εξυγίανση. Η επιστροφή στην αρχική, μη μολυσμένη κατάσταση
Remote Automation Weather Station (RAWS)Απομακρυσμένος Αυτόματος Μετεωρολογικός Σταθμός (RAWS)
Remote sensingΤηλεπισκόπηση, τηλεανίχνευση.
Re-naturalising Αναδημιουργία. Επαναφορά φυσικού ή τεχνητού τοπίου στην αρχική του κατάσταση
Renewable energyΑνανεώσιμη ενέργεια
Renewable energy resourcesΑνανεώσιμες πηγές ενεργείας
Renewable resourcesΑνανεώσιμες πηγές
Re-organisation Αναδιοργάνωση
ReplacementΑντικατάσταση. Στη δασοπονία, αντικατάσταση είναι η αντικατάσταση των νεκρών φυταρίων
Replacement costΚόστος αντικατάστασης
Replacement cost price / eps ratioΔείκτης κόστους αντικατάστασης
Replacement fertility/ level Επίπεδο γονιμότητας αναπλήρωσης.
Reportable fireΑναφερόμενη πυρκαγιά
Reproductive effortΑναπαραγωγική προσπάθεια
Reproductive isolationΑναπαραγωγική απομόνωση
Reproductive successΑναπαραγωγική επιτυχία
Reproductive valueΑναπαραγωγική τιμή β ενός ατόμου i μιας ηλικίας j είναι η αναμενόμενη συμβολή του στην αύξηση του πληθυσμού
Reproductivity effectΑναπαραγωγική επίδραση. Στα κοινωνικά έντομα, η σχέση στην οποία ο ρυθμός παραγωγής νέων ατόμων ανά μέλος της αποικίας μειώνεται καθώς αυξάνεται το μέγεθος της αποικίας.
RepulsionΑπώθηση
Required rate of return (RRR)Απαιτούμενο ποσοστό απόδοσης, στα οικονομικά.
Research and Development (R & D)Έρευνα και Ανάπτυξη
ReservesΑποθέματα
ReservoirΔεξαμενή
Residence timeΧρόνος παραμονής
ResilienceΕλαστικότητα προσαρμοστικότητα, αντοχή ενός οικοσυστήματος. Η ικανότητα ενός οικοσυστήματος να επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση μετά από μια περιβαλλοντική διαταραχή
ResistanceΑντίσταση. Την αντίσταση που προβάλλουν μερικά παράσιτα σε φυτοφάρμακα και η οποία είναι αποτέλεσμα την επαναλαμβανόμενη χρήση φυτοφαρμάκων σε ένα συγκεκριμένο πληθυσμό παρασίτων
Resource conservation and recoveryΣυντήρηση και ανάκτηση πόρων
Resource managementΔιαχειριση, διοίκηση πόρων
Resource partitioningΔιαχωρισμός (διαμερισματοποίηση) πόρων
Resource utilisationΑξιοποίηση πόρων
Resource valueΑξία φυσικών πόρων.
ResourcesΠόροι
RespirationΑναπνοή (= breathing). Bλ. επίσης cell respiration= αναπνοή κυττάρων
ResponseΑπόκριση. Ο χρόνος που απαιτείται από μια μονάδα δασοπυρόσβεσης (εξοπλισμός, προσωπικό, οχήματα) για να μετακινηθεί από τη θέση του σε άλλη θέση κατόπιν εντολής ή λόγω συναγερμού
ResponsibilityΕυθύνη
ResponsivenessΑνταπόκριση
ResprouterΑναβλαστάνον φυτό
RestockingΕναποθήκευση, αναγέννηση
RestorationΕπαναφορά. Η επιστροφή ενός οικοσυστήματος ή οικότοπου στην αρχική του κοινωνική δομή, φυτολογική σύνθεση και οικολογική λειτουργία
Restoration ecologyΟικολογία αποκατάστασης
Restructuring of public organisationsΑναδιοργάνωση δημόσιων οργανισμών
ResurgenceΑνάκαμψη, αναβίωση, αναζωπύρωση. Η γρήγορη επιστροφή ενός πληθυσμού (ειδικά των παρασίτων) ο οποίος έδειχνε ότι είχε πεθάνει ή εξαλιφθεί από τη χρήση φυτοφαρμάκων και η επιστροφή του σε ακόμα πιο υψηλά επίπεδα πριν την αρχική χρήση φυτοφαρμάκων
Retained treesΠαρακρατήματα. Δέντρα που διατηρούνται κατά τις αραιώσεις ή την υλοτομία, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν σαν σπορείς ή οικοφωλιές
Reticulate evolutionΔικυτωτή εξέλιξη
RetinueΑκολουθία. Στις αποικίες εντόμων, ιδίως στις μέλισσες, η ομάδα εργατριών που περιβάλλει τη βασίλισσα η σύσταση της ακολουθίας αλλάζει διαρκώς. Είναι επίσης γνωστή ως Αυλή
ReturnΑπόδοση, στα οικονομικά
Return of equity (ROE)Απόδοση κεφαλαίου
Return of equity (ROE) ratioΔείκτης απόδοτικότητας κεφαλαίου
Return of investment (ROI)Δείκτης αποδοτικότητας επενδύσεων
Return of investment (ROI) ratioΔείκτης αποδοτικότητας επενδύσεων
Return period (interval)Περιφορά (διάστημα). Η αναμενόμενη περίοδος της επανάληψης ενός φαινομένου ή γεγονότος σε ένα οικοσύστημα
Re-use Επαναχρησιμοποίηση
Revolving letter of creditΑνανεούμενη πίστωση
Reward systemsΣυστήματα ανταμοιβής
Rhenium (Re)Ρήνιο
Rhodium (Rh)Ρόδιο
Rill erosionΑυλακωτή διάβρωση
RiparianΠαρόχθιο –Υδροχαρές οικοσύστημα
Riparian woodlandsΠαρόχθια δάση
RiskΕπικινδυνότητα (τεχνητός κίνδυνος), κίνδυνος, ρίσκο
Risk analysisΑνάλυση κινδύνου
Risk assessmentΑξιολόγηση κινδύνου
Risk characterizationΧαρακτηρισμός κινδύνου. Είναι ο υπολογισμός της συχνότητας και της σοβαρότητας των επιβλαβών επιπτώσεων που ίσως παρατηρηθούν σε ανθρώπινους πληθυσμούς ή τμήματα του περιβάλλοντος εξ αιτίας της πραγματικής ή της προβλεπόμενης έκθεσης σε μια ουσία. Αυτός ο υπολογισμός ενδέχεται να περιλαμβάνει και την «εκτίμηση κινδύνων», όπως, για παράδειγμα, την ποσοστικοποίηση της ως άνω πιθανότητας.
Risk managementΔιαχείρηση κινδύνου
Risk perceptionΑντίληψη κινδύνου
Risk premiumΠροσαύξημα λόγω κινδύνου
Risk sourceΠροέλευση κινδύνου, αίτιο πυρκαγιάς
Risk takingΑνάληψη ρίσκου
Risk/Return trade-offΑντιστάθμισμα κινδύνου απόσβεσης
Risk-adjusted discount rate Προεξοφλητικό επιτόκιο προσαρμοσμένο λόγω κινδύνου.
Risk-benefit analysisΑνάλυση κινδύνου πλεονεκτήματος
Risk-free rate (or riskless rate)Ποσοστό απόδοσης άνευ κινδύνου, ποσοστό απαλλαγμένο από κίνδυνο
Ritualization Τελετουργοποίηση
Rock cycleΚύκλος των πετρωμάτων
Role conflictΣύγκρουση ρόλων
Root crownΚορυφή ριζών
Royal cellΒασιλικό κελί
Royal jellyΒασιλικός πολτός
RRR (Required rate of return)Απαιτούμενο ποσοστό απόδοσης
RunoffΑπορροή
Rural areaΑγροτική περιοχή
Ruthenium (Ru)Ρουθήνιο
Rutherfordium (Rf)*Ραδερφόρvτιο
Safety netΔίκτυ ασφαλείας. Σε μια κοινωνία, το δίκτυ ασφαλείας είναι η διαθεσιμότητα των τροφίμων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης σε ανθρώπους που αδυνατούν να ικανοποιήσουν αυτές τις ανάγκες τους για αρκετό χρονικό διάστημα
Safety zoneΖώνη ασφαλείας
Sale and leasebackΠώληση και επανεκμίσθωση
SalinizationΑλάτωση, αλατοποίηση, αλατότητα
SaltationΑναπήδηση, άλμα
Saltwater encroachmentΔιείσδυση θαλάσσιου ύδατος (= saltwater intrusion)
Saltwater intrusionΔιείσδυση θαλάσσιου ύδατος
Salvage valueΥπολειμματική αξία
Samarium (Sm)Σαμάριο
SandΆμμος
Sanitary landfillΥγειονομικός Χώρος Υγειονομικής Ταφής (ΧΥΤΑ)
Sanitary sewerΥγειονομικός υπόνομος.
SaplingΔενδρύλλιο
Savanna(ελλ.) Σαβάννα.
ScalpingΡιπάρισμα. Προεργασία του εδάφους κατά την οποία αποκαλύπτεται το ορυκτό έδαφος, με μηχανικό τρόπο, για τη φύτευση φυταρίων
Scandium (Sc)Σκάνδιο
ScarificationΣκάρισμα. Μεθοδολογία προεργασίας του εδάφους για σπορά κατά την οποία αποκαλύπτονται, με μηχανικό τρόπο, νησίδες του ορυκτού εδάφους
Scenic areaΑισθητικό τοπίο. Κάθε ευαίσθητο φυσικό σκηνικό το οποίο διακρίνεται οπτικά ή αναφέρεται στο τοπικό σχέδιο δασικής διαχείρισης
SchoolΣτίφος. Ομάδα ψαριών ή άλλων θαλάσσιων ζώων, π.χ. καλαμαριών, που κολυμπούν μαζί με οργανωμένο τρόπο. Όλα ή τα περισσότερα από τα μέλη του στίφους βρίσκονται τπικά στο ίδιο στάdιο του κύκλου ζωής. Στα αγγλικά υπάρχει η έκφραση School of fish= κοπάδι ψαριών
Scientific dataΕπιστημονικά στοιχεία / δεδομένα
Scientific hypothesisΕπιστημονική υπόθεση
Scientific lawΕπιστημονικός νόμος
ScreeΣάρα. Ένα κάλυμμα από πέτρες και βράχους συνήθως χωρίς ίχνος εδάφους το οποίο καλύπτει απότομες πλαγιές και ρέματα
ScreefingΕκθάμνωση. Απομάκρυνση της ποώδους βλάστησης και του οργανικού υλικού του εδάφους για να φυτευτεί εδαφική επιφάνεια.
Seaborgium (Sg)*Φοσγένιο
Seasonal financingΕποχιακή χρηματοδότηση.
Second law of thermodynamicsΔεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής
Second principle of ecosystem sustainabilityΗ δεύτερη αρχή της αειφορίας του (ενός) οικοσυστήματος
Secondary air pollutantsΔευτερογενείς ατμοσφαιρικοί ρύποι
Secondary consumerΔευτερογενής καταναλωτής
Secondary energy sourceΔευτερογενής πηγή ενέργειας. Μια μορφή ενέργειας, όπως η ηλεκτρική ενέργεια, που μπορεί να παραχθεί από μια πηγή πρωτογενούς ενεργείας όπως ο άνθρακας ή το ραδιενεργό υλικό
Secondary marketΔευτερογενής αγορά.
Secondary pest outbreakΔεύτερο ξέσπασμα παρασίτων (παρασιτικών οργανισμών). Το φαινόμενο ενός μικρού - και επομένως αβλαβούς - πληθυσμού εντόμων (τα οποία καταναλώνουν φυτά) ο οποίος εκρήγνυται ξαφνικά και τίνει να εξελιχθεί σε παρασιτικό πληθυσμό. Αυτό συνήθως προκαλείται από την αποβολή των ανταγωνιστών μέσω της χρήσης των φυτοφαρμάκων
Secondary pollutantΔευτερογενής ρύπος (ρυπαντής)
Secondary recoveryΔευτερογενής αποκατάσταση. Σε μια πετρελαιοπηγή ή πετρελαιοπηγές, το πετρέλαιο που μπορεί να αφαιρεθεί με το χειρισμό της πίεσης στη δεξαμενή πετρελαίου με την έγχυση της άλμης ή άλλων ουσιών
Secondary successionΔευτερογενής διαδοχή
Secondary treatmentΔευτεροβάθμια επεξεργασία, βιολογική επεξεργασία
Second-generation pesticidesΖιζανιοκτόνα ή παρασιτοκτόνα δεύτερης γενιάς. συνθετικές οργανικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται για να σκοτώσουν τα έντομα και άλλα παράσιτα. Άρχισαν με τη χρήση του DDT στη δεκαετία του 1940
SecretionΈκκριση
Secure landfillΑσφαλής χωματερή
Secured loanΚαλυμμένο δάνειο
SecuritiesΧρεόγραφα
Security market line (SML)Γραμμή αγοράς χρεογράφων
SedimentΊζημα
Sediment discharge (yield)Εκροή ιλύος
Sediment trapΠαγίδα ιζήματος
Sedimentary rockΙζηματογενές πέτρωμα
SedimentationΙζηματοποίηση, προσχωματικό υλικό, ίζημα, απόθεση, ιζηματογένεση, ιζηματοαπόθεση
Seed bankΤράπεζα σπόρων
Seed sourceΠροέλευση σπόρων
Seedbed germinationΣτρώμα σπόρων
SeederΣπορέας
SeedlingΦυτάριο
Seed-tree cuttingΥλοτομία σποροπαραγωγικών δέντρων
SeepΠεριοχή εκροής υπογείων υδάτων (= percolation, seeapage, seepage water, seep water)
Seepage zoneΖώνη (περιοχή) εκροής υπογείων υδάτων, πηγή. Μια περιοχή σε πλαγιά ή στους πρόποδες λόφου όπου συχνά ή συνεχώς αναβλύζουν υπόγεια ύδατα στην επιφάνεια
Segregation distortionΔιαχωριστική διαστρέβλωση
SelectionΕπιλογή
Selection coefficientΣυντελεστής επιλογής
Selection pressureΕπιλεκτική πίεση
Selective breedingΕπιλεκτική αναπαραγωγή (= genetic selection, breed selection)
Selective cuttingΕπιλεκτική υλοτομία
Selective dataΕπιλεκτικά δεδομένα (στοιχεία)
Selective pressureΠίεση επιλογής. Η έκταση στην οποία οργανισμοί, που κατέχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, εξαφανίζονται ή ευνοούνται από περιβαλλοντικές επιδράσεις. Υποδεικνύει το βαθμό της ισχύος της φυσικής επιλογής
Selenium (Se)Σελήνιο
Self-groomingΑυτοπεριποίηση
SemelparityΑπλοτοκία
SemioticsΣημειολογία, σημειωτική
SemisocialΗμικοινωνική
SemispeciesΗμι-είδη
Senior managementΑνώτερη διοίκηση
Sensitive speciesΕυαίσθητα είδη. Ονομάζονται επίσης και vulnerable species= εκρηκτικά είδη
Sensitivity analysisΑνάλυση ευαισθησίας
SensorΑισθητήρας, αισθητήριο
Sensory physiologyΑισθητηριακή φυσιολογία
Septic systemΣηπτικό σύστημα.
Seral stageΣτάδιο Seral. Διακριτό μεταβατικό στάδιο διαδοχής μιας φυτοκοινωνίας
Serial homologyΣειριακή ομολογία
Service and other intangible accountΙσοζύγιο αδήλων πόρων.
Service leaseΜίσθωση υπηρεσιών. Βλ. operating lease= διαχειριστική μίσθωση
Severe burn intense (or severe burn)Δριμεία πυρκαγιά
SewageΛύματα, κοπριά. Οργανικό ακάθαρτο υλικό που χρησιμοποιείται συνήθως ως εδαφοβελτιωτικό
Sex attractantΔόλωμα, oυσία για την προσέλκυση του (βιολογικού) φύλου. Μια φυσική χημική ουσία που εκκρίνεται από το θηλυκό πολλών ειδών εντόμων ώστε να προσελκύσουν τα αρσενικά για τη λειτουργία του ζευγαρώματος. Αυτή η ουσία χρησιμοποιείται πολλές φορές από τους ανθρώπους σε παγίδες ή οπουδήποτε αλλού για να συγχύσουν ή να παραπλανήσουν τα διάφορα παράσιτα εντόμων και να τα θέσουν υπό έλεγχο
Sex determinationΦυλετικός καθορισμός
Sex ratioΑναλογία φύλων.
Sex-linkedΦυλοσύνδετος
Sexual dimorphismΦυλετικός διμορφισμός
Sexual reproductionΕγγενής (φυλετική) αναπαραγωγή
Sexual selectionΦυλετική επιλογή
Shade toleranceΣκιανθεκτικά είδη. Δέντρα ή φυτά που έχουν την ικανότητα να αναπτύσσονται στη σκιά δέντρων ή φυτών
Shadow pricing (or shadow price)(1) Σκιώδης τιμή. Στην ανάλυση κόστους-κέρδους, είναι μια τεχνική που χρησιμοποιείται για να υπολογίσει τα οφέλη όταν η κανονική οικονομική ανάλυση είναι ατελέσφορη. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ερωτηθούν κατά πόσο να είναι πρόθυμοι να πληρώσουν μηνιαία για να επιτύχουν κάποια βελτίωση στο περιβάλλον τους. (2) (or shadow prices)= Φαινομενικές τιμές. Είναι οι τεκμαρτές τιμές που χρησιμοποιούνται στον οικονομικό λογισμό και αφίστανται από τις τρέχουσες τιμές διότι ενσωματώνουν και το κόστος που προέρχεται από μη ορατά στοιχεία της αγοράς (κυρίως μακροοικονομικής φύσεως,όπως είναι η προσφορά εργασίας ή το τρέχον ισοζύγιο) και αποκλείουν τα μονοπωλιακά βάρη
Shale-oilΠετρέλαιο – σχιστόλιθος
ShearΣτένωση. Η δυσκολία ροής εξ αιτίας αύξησης της ταχύτητας
Sheet erosionΕπιφανειακή διάβρωση
Shelf-registrationΚαταχώρηση με μεταχρονολογημένη έκδοση χρεογράφων. Μια μέθοδος καταγραφής και έγκρισης για την έκδοση νέων χρεογράφων μέσα σε χρονική περίοδο 2 ετών, η οποία χρησιμοποιείται στις Η.Π.Α. αλλά όχι και στην Ευρώπη
Shelterbelt Ανεμοφράκτης. Σειρές ή συστάδες δέντρων γύρω από τους καλλιεργημένες εκτάσεις με σκοπό τη μείωση της διάβρωσης που επιφέρει ο αέρας σε αυτές τις εκτάσεις (= windbreak ή wind break)
ShelterwoodΠροστατευτική φυτοκοιτίδα.
Short hedge positionΑρνητική θέση. Πώληση ενός χρηματοοικονομικού προϊόντος στο παρόν, με στόχο το κέρδος από αναμενόμενες μειώσεις τιμών και κάλυψη με την αγορά του σε μια μελλοντική ημερομηνία
Short-term planΒραχυπροθεσμο σχέδιο
ShrubΘάμνος
SibΑδέρφι, κοντινός συγγενής εξ αίματος
Sibling speciesΑδελφά είδη
SiblingsΑμφιθαλείς, αδέλφια άτομα που έχουν και δύο γονείς κοινούς
Sievert(ελλ.) Sievert. Μια μονάδα της μέτρησης της δυνατότητας των ραδιενεργών εκπομπών να διαπερνούν τους βιολογικούς ιστούς. 1 sievert = 100 rem. Βλ. rem= rem
Sight draftΤραβηχτική όψεως
Sign stimulusΔiεγερτικό σήμα
SignalΣήμα
Silicon (Si)Πυρίτιο
SiltΙλύς, λάσπη
SiltationΕναπόθεση ιλύος, ιζιματοποίηση. Τεχνητά ο όρος αφορά μόνο την ιλύ, αλλά χρησιμοποιείται γενικότερα για αποθέσεις ιζημάτων κάθε μορφής. Bλ. και Sedimentation. Ιζηματοποίηση. Προσχωματικό υλικό, ίζημα, απόθεση, ιζηματογένεση, ιζηματοαπόθεση
Silver (Ag)Άργυρος
SimulationΠροσομοίωση
Simulation softwareΛογισμικό προσομοίωσης
SinkholeΤρύπα καθίζησης. Μια μεγάλη τρύπα η οποία είναι αποτέλεσμα της κατάρρευσης ενός υπόγειου σπηλαίου
Sinking fundsΧρεολυτικά κεφάλαια
SistronΣιστρόνιο
SiteΠεριοχή – τόπος
Site indexΠοιότητα τόπου. Μια έκφραση της ποιότητας μιας περιοχής με δασική βλάστηση ορισμένης ηλικίας. Συνήθως σχετίζεται με το μέσο ύψος ή, ακόμη πιο σωστά, με το μέγιστο ύψος της συστάδας
Site preparationΠροπαρασκευή τόπου
Situational analysisΑνάλυση υφιστάμενης κατάστασης
Size up evaluationΕκτίμηση μεγέθους
SlideΟλίσθηση
Slip(ελλ.) Slip, ολισθητήρας. Ριζωμένος, φροντισμένος βλαστός που χρησιμοποιείται για αγενή πολλαπλασιασμό
SlopeΚλίση. Ο μέγιστος ρυθμός μεταβολής του υψομέτρου με την απόσταση σε μια περιοχή και κατά μια οριζόντια διεύθυνση. Απλά, η απόκλιση από το οριζόντιο επίπεδο. Μετριέται σε βαθμούς ή σε ποσοστό επί τοις εκατό
Slope aspectΈκθεση. Η διεύθυνση κατά την οποία η μέγιστη κλίση μιας επιφάνειας είναι προσανατολισμένη στο οριζόντιο επίπεδο.
Slope classΚλάση κλίσης. Ένας κωδικός που δείχνει το εύρος μεταβολής της κλίσης σε μια περιοχή
Slope effectΕπίδραση κλίσης
Slowly degradable pollutantΡύπος (ρυπαντής) αργής διάσπασης
SludgeΙλύς, λάσπη
Sludge cakeΚέϊκ ιλύος (λάσπης), ακατέργαστη λάσπη. Η ιλύς ή λάσπη που απομένει από τον καθαρισμό των λυμάτων και από την οποία έχουν απομακρυνθεί τα υγρά λύμματα και έτσι σχηματίζει στερεό κατάλοιπο
Sludge digestersΔεξαμενές χώνευσης. Μεγάλες δεξαμενές στις οποίες η ακατέργαστη λάσπη (= sludge cake), η οποία αφαιρείται από τα λύματα, αντιμετωπίζεται μέσω της αναερόβιας χώνευσης από τα βακτηρίδια
SlumpΚύλιση εδάφους
SmogΑιθαλομίχλη, νέφος
SmokeΚαπνός. Παράγωγο της πυρκαγιάς
Smoke managementΔιαχείριση καπνού
Smoke-sensitive area Περιοχή ευαίσθητη στον καπνό.
Smoldering fireΛανθάνουσα πυρκαγιά.
Smouldering combustionΛανθάνουσα καύση
Social driftΚοινωνική παρέκκλιση
Social facilitationΚοινωνική διευκόλυνση
Social homeostasisΚοινωνική ομοιόσταση
Social insectΚοινωνικό έντομο
Social modernizationΚοινωνική εκμοντέρνιση, κοινωνικός εκμοντερνισμός
Social releaserΚοινωνικός αποδεσμευτής
SocialityΚοινωνικότητα
Socialization Κοινωνικοποίηση
SociobiologyΚοινωνιοβιολογία
SocioclineΚοινωνιοκλινές
SociogramΚοινωνιόγραμμα
SociologyΚοινωνιολογία
Sodium (Na)Νάτριο
Soft waterΜαλακό, γλυκό νερό. Νερό με λίγα ή καθόλου άλατα
SoilΈδαφος
Soil classΕδαφική κλάση. Μονάδα ταξινόμησης που βασίζεται στη σχετική αναλογία των εδαφικών κλασμάτων ή που καθορίζει τις ιδιότητες των χωμάτων των διαφορετικών περιοχών
Soil conservationΔιατήρηση του εδάφους
Soil degradationΥποβάθμιση του εδάφους
Soil erosionΔιάβρωση του εδάφους, εδαφική διάβρωση
Soil fertilityΓονιμότητα του εδάφους
Soil horizonsΟρίζοντες του εδάφους
Soil permeabilityΕδαφική διαπερατότητα
Soil pitΕδαφοτομή
Soil profileΠροφίλ του εδάφους
Soil structureΔομή του εδάφους
Soil textureΥφή του εδάφους
Solar cells (or photovoltaic cells)Φωτοβολταϊκά κύτταρα, φωτοβολταϊκά στοιχεία. Συσκευές που μετατρέπουν την ηλιακή ενέργεια σε ηλεκτρικό ρεύμα
Solar collectorΗλιακός συλλέκτης
Solar energyΗλιακή ενέργεια
Solar radiationΗλιακή ακτινοβολία
Solar wasteΗλιακά κατάλοιπα, απόβλητα
Solar-trough collectorsΗλιακοί ανακλαστήρες. Ανακλαστήρες, με μορφή μιας παραβολικής χοάνης, που αντανακλούν το φως του ήλιου σε ένα σωλήνα πετρελαίου στο κεντρικό σημείο της χοάνης. Έχοντας θερμανθεί το πετρέλαιο από τον ήλιο, χρησιμοποιείται για να βράσει το νερό και να κινήσει έναν ατμοστρόβιλο
Solid wasteΣτερεά απόβλητα
Solid waste managementΔιαχείριση στερεών αποβλήτων
SolubilityΔιαλυτότητα
SolutionΔιάλυμα
Solvent(1) Διάλυμα, διαλύτης, στη χημεία. (2) Φερέγγυος, αξίοχρεως, στα οικονομικά
Solvent debtorΦερέγγυος οφειλέτης
Solvent merchantΦερέγγυος έμπορος
SootΑιθάλη, καπνιά
SorghumΣόργο
Sources and uses of funds analysisΑνάλυση πηγών άντλησης και χρήσεων κεφαλαίων
Span of controlΕύρος εποπτείας (ελέγχου)
Span of managementΕύρος διοίκησης
Special Drawing Rights (SDRs)Ειδικά Τραβηχτικά Δικαιώματα. Πίστωση που χορηγεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σε χώρες-εισαγωγείς. Η συναλλαγή των SDR γίνεται μόνο μέσω κεντρικών τραπεζών και μετατρέπονται σε άλλα νομίσματα
SpecializationΕιδίκευση, εξειδίκευση
SpeciationΕιδογένεση
Species diversityΠοικιλότητα ειδών
Species odourΟσμή είδους
Species richnessΑφθονία ειδών
Species selectionΕπιλογή ειδών
Species, pl. speciesΕίδος, πληθ. είδη. Στα αγγλικά, species παραμένει το ίδιο και στον ενικό και στον πληθυντικό
Speed of attackΤαχύτητα επέμβασης. Η διαφορά χρόνου ανάμεσα στην εκδήλωση της πυρκαγιάς και την άφιξη των ομάδων αρχικής επέμβασης
SpermΣπέρμα
SpermathecaΣπερματοθήκη.
Splash erosionΚηλιδωτή διάβρωση, ομβρική κινητική διάβρωση. Διάβρωση που προκαλείται από πιτσιλιές που δημιουργούνται από την πτώση σταγόνων νερού στην επιφάνεια του εδάφους. Μπορεί να υποβαθμίσει ή να προκαλέσει βλάβες στη δομή του εδάφους
Spontaneous assetΑυτογενές στοιχείο
Spot (or Spot fires)Σημειακές πυρκαγιές, δευτερογενείς εστίες.
Spot burningΣημειακή καύση
Spot marketΑγορά άμεσης πληρωμής και παράδοσης, η αγορά τοις μετρητοίς
SpottingΔημιουργία δευτερογενών εστιών
SpreadΔιασπορά στα οικονομικά
SpringsΠηγές. Φυσικές έξοδοι του υπογείου ύδατος στην επιφάνεια
SpruceΕρυθρελάτη
Stability(1) Ευστάθεια. Έννοια που συνδυάζει την αντίσταση (= resistance) και την ελαστικότητα (= resilience) του οικοσυστήματος. (2) Σταθερότητα
Stabilizing selectionΣταθεροποιούσα (σταθεροποιητική) επιλογή
Stable age distributionΣταθερή ηλιακή κατανομή
StaffΠροσωπικό, στέλεχος επιχείρησης (= personnel)
StaffingΣτελέχωση. - Σε αντιδιαστολή με το stuffing που σημαίνει γέμισμα
StandΣυστάδα
Stand densityΠυκνότητα συστάδας
Stand structureΔομή συστάδας
Standard deviationΤυπική απόκλιση
StandardsΠρότυπα
Standing crop biomassΒιομάζα ιστάμενης συγκομιδής, μη συγκομισθείσα σοδειά
Standing fuelsΙστάμενα καύσιμα. Μέρος της βλάστησης (ζωντανής ή νεκρής), η οποία στηρίζεται στον κορμό της σε αντιδιαστολή με αυτήν η οποία έχει πέσει και βρίσκεται στο έδαφος
StarvationΛιμός
Statement of cash flowsΚατάσταση ταμειακών ροών
Statistical process controlΣτατιστικός έλεγχος διαδικασίας
Steady stateΚατάσταση ευστάθειας, σταθερή κατάσταση
Steering committeeΕπιτροπή καθοδήγησης
StemflowΚορμοαπορροή. Μέρος της βροχής το οποίο συγκρατείται από τους κορμούς των δέντρων της συστάδας με αποτέλεσμα τη μείωση της ταχύτητας του νερού της βροχής πριν την πρόσκρουση με το επιφανειακό έδαφος και μείωση της συνολικής απορροής
SteppeΣτέππα
Sterile-male techniqueΤεχνική στείρων αρσενικών. Η τεχνική με την οποία μια μολυσμένη περιοχή διαποτίζεται με τα αρσενικά ενός είδους παρασίτων που έχουν εκτραφεί τεχνητά και έχουν καταστεί στείρα με ακτινοβολία. Το ζευγάρωμα μεταξύ των κανονικών θηλυκών και των στείρων αρσενικών καθιστά τα αυγά άγονα
Steward / stewardshipΔιαχειριστής / Διαχείριση. ΄Οροι που χρησιμοποιούνται, κυρίως στην Αμερικάνικη βιβλιογραφία, για να δηλώσουν το σεβασμό προς το περιβάλλον και την καλή διαχείρισή του
StochasticΣτοχαστικός.
Stock dividendΜέρισμα σε μετοχές
Stock marketΧρηματιστήριο
Stock splitΔιάσπαση μετοχής
StomaΣτόμα. Ένας μικροσκοπικός πόρος σε ένα φύλλο που επιτρέπει τη μετάβαση του διοξειδίου του άνθρακα και του οξυγόνου από και προς το φύλλο. Αυτός ο μικροσκοπικός πόρος επιτρέπει επίσης την απώλεια υδρατμού από το φύλλο
Storm drainsΥπόνομος ομβρίων υδάτων. Εκβολή πλημμυρικής απορροής
StormwaterΌμβρια ύδατα
Stormwater managementΔιαχείρηση ομβρίων υδάτων.
Stormwater retention reservoirsΔεξαμενές (αποθέματα) ομβρίων υδάτων
Straight runΕυθεία διαδρομή
Straight-line depreciationΜέθοδος σταθερής απόσβεσης
Strategic decisionΣτρατηγική απόφαση
Strategic planningΣτρατηγικός σχεδιασμός
Strategy chainΑλυσίδα στρατηγικής
Strategy developmentΑνάπτυξη στρατηγικής
StratificationΣτρωμάτωση
StratosphereΣτρατόσφαιρα
Stratospheric ozone depletionΜείωση στρατοσφαιρικού όζοντος
Stratospheric ozone layerΣτρώμα στρατοσφαιρικού όζοντος
StridulationΤερέτισμα
Strip croppingΚαλλιέργεια σε λωρίδες
Strip cuttingΥλοτόμηση σε λωρίδες
Strip miningΕξόρυξη κατά λωρίδες
Strontium (Sr)Στρόντιο
StructureΔομή
Stuff(1) Πράγμα, πράγματα, ως ουσιαστικό. (2) Γεμίζω, ως ρήμα
SubductionΚατάδυση, η προς τα κάτω κίνηση
Subduction zoneΖώνη υποβύθισης
Submerged Aquatic Vegetation (SAV)Υποβρύχια βλάστηση
Subsistence farmingΗ προς το ζην καλλιέργεια, καλλιέργεια συντήρησης ή επιβίωσης. Η καλλιέργεια που ικανοποιεί της διατροφικές ανάγκες των αγροτών και των οικογένειών τους. Η προς το ζην καλλιέργεια απαιτεί εντατική χειρωνακτική εργασία και εφαρμόζεται κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες
SubsocialΥποκοινωνικό
SubsoilΥπέδαφος
SubspeciesΥποείδος
SubstitutionΑντικατάσταση. Όταν ένα αλληλόμορφο εκτοπίζει πλήρως ένα άλλο σε έναν πληθυσμό (= fixation= εγκαθίδρυση)
SubsystemΥποσύστημα
SuccessionΔιαδοχή
Sulfate Θειϊκό άλας
Sulfur (S) Θείο
Sulfur cycleΚύκλος του θείου
Sulfur dioxideΔιοξείδιο θείου
Sulfurous compoundsΘειούχες ενώσεις
Sum-of-the-years’-digits method of depreciationΜέθοδος απόσβεσης με την άθροιση των ψηφίων των ετών
Sunfuels, synthetic fuelsΣυνθετικά καύσιμα
SuperfamilyΥπεροικογένεια
SupergeneΥπεργονίδιο
SuperorganismΥπεροργανισμός
SuperspeciesΥπέρ-είδος
SupervisionΕπίβλεψη, επιτήρηση
Supplementary reproductiveΑναπληρωματικό αναπαραγωγικό
SuppressantΚατασβεστικό υλικό
Surface fireΕπιφανειακή πυρκαγιά
Surface fuelsΕπιφανειακά καύσιμα
Surface impoundmentsΠρωτοβάθμια καθίζηση, βιολογικός καθαρισμός λυμάτων. Κλειστές τεχνητές λίμνες οι οποίες προηγουμένως είχαν χρησιμοποιηθεί για τη συλλογή και κατακράτηση υγρών χημικών λυμάτων
Surface miningΕπιφανειακή εξόρυξη
Surface to volume ratioΣχέση επιφανείας όγκου
Surface waterΕπιφανειακά ύδατα
Surge flow irrigationΆρδευση ροής κύματος
Suspended particulate matter (SPM)Ανασταλμένη μοριακή ύλη (SPM)
SuspensionΑναστολή
SustainabilityΑειφορία, βιωσιμότητα
Sustainable agricultureΑειφόρος αγροκαλλιέργεια
Sustainable developmentΑειφόρος ανάπτυξη (βιώσιμη) ανάπτυξη
Sustainable forest managementΑειφόρος δασική καλλιέργεια
Sustainable societyΒιώσιμη κοινωνία
Sustainable yield (sustained yield)Αειφόρος (βιώσιμη) παραγωγή
Sustained yieldΑειφορική κάρπωση. Μέθοδος δασικής διαχείρισης, η οποία απαιτεί ένα σχετικό ισοζύγιο μεταξύ της καθαρής αύξησης της βιομάζας και των καρπώσεων (απολήξεις μάζας)
SwarmingΔημιουργία σμήνους
SWOT analysisΑνάλυση SWOT
SymbiosisΣυμβίωση
Symbiotic relationshipΣυμβιωτική σχέση
SympatricΣυμπάτριοι.
SynergismΣυνεργατισμός, συνεργισμός
Synergistic interactionΣυνεργιστική αλληλεπίδραση
SyngamyΣυγγαμία
SystemΣύστημα
System of regenerationΣύστημα αναγέννησης. Μέθοδος αναπαραγωγής του δάσους
SystemsΣυστήματα
Systems approachΣυστημική προσέγγιση
Tactical planningΤακτικός προγραμματισμός
TacticsΤακτικές δασοπυρόσβεσης, στη δασονομία
Tantalum (Ta)Ταντάλιο
Tar sandsΑσφαλτική άμμος, πετρελαιοφόρος αμμόλιθος (= oil sand και asphaltic sand)
TaxisΤακτισμός
Tax-loss carry-forwardΜεταφορά σε επόμενη χρήση ζημίας που μειώνει το φορολογητέο εισόδημα
Taxon, pl. taxaΤάξον
TaxonomyΤαξινομική
TaxonomyΤαξονομία
TEA (Total Exposure Assessment)Ολική Αξιολόγηση Έκθεσης (TEA). Η ανάλυση της επίδρασης των ατμοσφαιρικών ρύπων στους ανθρώπους, η οποία βασίζεται στο πόσο χρόνο περνούν οι άνθρωποι σε διάφορους χώρους, ιδιαίτερα στους εσωτερικούς
Team managementΟμαδική διαχείριση, διαχείριση (διοίκιση) ομάδας ή ομάδων
Technetium (Tc)Τεχνήτιο
TechnologyΤεχνολογία
Tectonic platesΤεκτονικές πλάκες
TelemetryΤηλεμετρία
Tellurium (Te)Τελλούριο
TemperatureΘερμοκρασία
Temperature inversionΑντιστροφή θερμοκρασίας, θερμοκρασιακή αναστροφή
Temporal polyethismΧρονικός πολυεθισμός
Tender offerΔεσμευτική προσφορά
TendingΔασοκομική φροντίδα
TeratogenicΤερατογενετικός/ή/ό
Terbium (Tb)Τέρβιο
Terminator technologyΓονίδιο Terminator, τεχνολογία εξολοθρευτών. Μια διαγενετική τεχνική που καθιστά τους σπόρους ανίκανους, ώστε οι αγρότες να αναγκαστούν να αγοράζουν νέους σπόρους κάθε χρονιά
Terraces or bermsΑναβαθμίδες
TerracingΚατασκευή σε πεζούλες, κατασκευή αναβαθμίδων
TerrestrialΧερσαίος/a/o
Territorial behaviourΧωροκρατική συμπεριφορά
TerritorialityΕδαφικότητα
Territory(1) Έδαφος, περιοχή, τμήμα εδαφικού χώρου. (2) Χωροκράτεια. Περιοχή που καταλαμβάνεται λιγώτερο ή περισσότερο αποκλειστικά από ένα ζώο, ή μια ομάδα ζώων, μέσω απώθησης, η οποία υλοποιείται με έκδηλη άμυνα ή με επιδείξεις
Thallium (Tl)Θάλλιο
Theoretical value of a warrantΘεωρητική αξία τίτλου επιλογής
TheoryΘεωρία
Theory of evolutionΘεωρία της εξέλιξης
Thermal beltΘερμική ζώνη
Thermal inversionΘερμοκρασιακή αναστροφή, αναστροφή θερμοκρασίας
Thermal pollutionΘερμική ρύπανση
Thermal radiationΘερμική ακτινοβολία
Thermal shockΘερμικό σοκ
ThermoclineΘερμοκλινές
ThermoshereΘερμόσφαιρα
TherophytesΘερόφυτα.
Third marketΔιαδικασία «χεροκίνητων συναλλαγών».(ΟΙΚ)
Third principle of ecosystem sustainabilityΤρίτη αρχή της αειφορίας του (ενός) οικοσυστήματος. Το μέγεθος των πληθυσμών των καταναλωτών διατηρείται ώστε δεν επιτελείται η υπερβόσκηση ή οποιαδήποτε άλλη κακή χρήση του περιβάλλοντος χώρου
Third worldΤρίτος κόσμος. Αναπτυσσόμενες χώρες
Thorium (Th)Θόριο
Threatened or endangered plant communitiesΑπειλούμενες ή εκτεθειμένες σε κινδύνους φυτοκοινωνίες
Threatened speciesΑπειλούμενα είδη
Threshold levelΟριακό σημείο, «κατώφλι»
Threshold of irreversibilityΟριακό σημείο, «κατώφλι» μη αναστρεψιμότητας
ThroughfallΚομοσυγκράτηση
Thulium (Tm:)Θούλιο
Tidal wetlandsΠαλιρροιακοί υγρότοποι
TilthΒάθος άροσης
Time-energy budgetΙσοζύγιο (προϋπολογισμός, ισοσκελισμός) χρόνου-ενέργειας
TimelinessΜέτρηση ικανοποίησης αναγκών πελάτη, στο marketing
Times interest earned ratioΔείκτης κάλυψης χρηματοοικονομικών αναγκών
Tin (Sn)Κασσίτερος
Titanium (Ti)Τιτάνιο
ToleranceΑνοχή. Η ικανότητα ενός οργανισμού ή μιας βιολογικής διαδικασίας να λειτουργεί μέσα σε ένα ορισμένο σύνολο περιβαλλοντικών συνθηκών. Το άνω και κάτω όριο της ανοχής ορίζουν το οικολογικό εύρος
Tolerance limitsΌρια ανοχής, φάσμα ανοχής
Top-Down planningΣχεδιασμός από την κορυφή προς τη βάση
Topographic gradientΤοπογραφική κλίση
TopsoilΕπιφανειακό έδαφος.
Torch fireΚαύση δαυλού.
TornadoΑνεμοστρόβιλος
Total quality managementΔιοίκηση ολικής ποιότητας
Total allowable catch (TAC)Σύνολο σύλληψης (TAC). Στη διαχείριση αλιείας, μια ετήσια ποσόστωση που έχει τεθεί για τη αλίευση ενός είδους από τους διευθυντές της αλιείας
Total fertility rate (TFR)Συνολικό ποσοστό γονιμότητας, αναπαραγωγής
Total Maximum Daily Load (TMDL)Συνολικό μέγιστο καθημερινό πρόγραμμα φορτίων (TMDL)
Total process re-conceptionΟλική αναθεώρηση διαδικασίας
Total product life cycleΣυνολικός κύκλος ζωής προϊόντων
Total quality controlΈλεγχος ολικής ποιότητας
Total range(1) Συνολικό εύρος. (2 Συνολική οικοπεριοχή. Το σύνολο της περιοχής που καταλαμβάνει ένα άτομο σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, στη κοινωνιοβιολογία. (3) Φάσμα τονικών διαβαθμίσεων. Η σχετική ικανότητα ευαίσθητου στο φως υλικού να αναπαράγει επακριβώς διάφορους τόνους μεταξύ μαύρου και λευκού (σε επιστημονικούς τομείς όπως= ΣΓΠ, Τηλεπισκόπηση, Φωτογραμμετρία, Φυσική, Χαρτογραφία)
Toxic chemicalΤοξικό χημικό
Toxic wastesΤοξικά απόβλητα
ToxicityΤοξικότητα
ToxicologyΤοξικολογία
Toxics release inventoryΚατάλογος απελευθέρωσης τοξικών ουσιών
Trace elementsΙχνοστοιχεία
Trade accountΕμπορικό ισοζύγιο
Tradition driftΠαρέκκλιση από την παράδοση
Traditional agricultureΠαραδοσιακή γεωργία
Tragedy of the commonsΤραγωδία των κοινών πόρων. Η υπερβολική / κακή χρήση φυσικών πόρων που συνήθως είναι εκμεταλλεύσιμοι από όλους τους ανθρώπους οδηγεί στην καταστροφή ή και εξαφάνισή τους
Trail pheromoneΦερομόνη ίχνους. Ουσία που αποτίθεται στη μορφή ίχνους από ένα άτομο και ακολουθείται από ένα άλλο μέλος του ίδιου είδους (= trail substance= ουσία ίχνους.)
Trail substanceΟυσία ίχνους. Βλ. Trail pheromone= Φερομόνη ίχνους
TrainingΕκπαίδευση
TraitΓνώρισμα. Οποιοδήποτε φυσικό ή νοητικό χαρακτηριστικό ή ταλέντο που έχει ένα άτομο
Trait groupΤυπική ομάδα. Μια έντονα εντοπισμένη συνάθροιση αλληλεπιδρώντων οργανισμών του ιδίου είδους. Οι συναθροίσεις αυτές μπορεί να διαφέρουν ως προς το μέσο όρο ορισμένων χαρακτήρων, σε σχέση με άλλες ομάδες, και παραμένουν συγκεντρωμένοι μόνο παροδικά (συχνά για λιγότερο από μια γενιά)
Trans.Ετερόπλευρη διάταξη (δράση)
Transaction riskΚίνδυνος συναλλαγών
Transgenic organismΔιαγονιδιακός οργανισμός, διαγενετικός οργανισμός
Transitional changeΜεταβατική αλλαγή
Translation riskΚίνδυνος μετατροπής
TranslocationΜετατόπιση
Transmissible diseaseΜεταδοτικά νοσήματα
TranspirationΔιαπνοή
TransplantingΜεταφύτευση
Trapping techniqueΤεχνική παγίδευσης
Treated sludgeΑντιμετωπίσιμη λάσπη
Tree farmΔενδροκαλλιέργεια
TribalismΦυλετισμός
Trickling filter systemΣύστημα βιολογικού φίλτρου
TritiumΤρίτιο
TroopΑγέλη.
TrophallaxisΤροφάλλαξη.
Trophic eggΤροφικό αυγό
Trophic levelΤροφικό επίπεδο.
Trophic structureΤροφική δομή
TroposphereΤροπόσφαιρα
Trust receiptΑπόδειξη παρακαταθήκης
Tungsten (W)Βολφράμιο
TurbidΘολός
TurbogeneratorΣτροβιλογεννήτρια
Turbulance - transportΣτροβιλισμός – Μεταφορά
TurbulenceΣτροβιλισμός. Ο λόγος της ρίζας του τετραγωνικού μέσου όρου της μεταβολής της στιγμιαίας ταχύτητας ανέμου προς τη μέση τιμή της
Types (or classes) of fuelsΤύποι (ή κλάσεις) στοιχείων καυσίμου.
Types of firesΤύποι πυρκαγιών
Types of large firesΤύποι μεγάλων πυρκαγιών
TyphoonΤυφώνας
Ultimate causation(1) Έσχατη αιτιώδης σχέση. (2) Απώτατο όριο. Οι καταστάσεις του περιβαλλόντος που καθιστούν ορισμένα προσαρμοστικά και άλλα μη προσαρμοστικά. Έτσι, τα προσαρμοστικά χαρακτηριστικά τείνουν να διατηρούνται στον πληθυσμό και «αιτιώνται» υπό αυτή την απώτατη αιτία. Σύγκρινε και αντιπαράβαλε το αυτό τον όρο με το proximate causasion= εγγύτατο αίτιο.
Ultraviolet radiationΥπεριώδης ακτινοβολία
UnderdepreciationΥποαπόσβεση
UndergrowthΧαμηλή βλάστηση
UnderstoryΥποόροφος
Understory fireΠυρκαγιά υπορόφου
Underwriting syndicateΌμιλος διάθεσης χρεογράφων
UnicolonialΜονοαποικιακός
United Nations Conference on Environment and Development (UNCED)Διάσκεψη Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης του Ο.Η.Ε. (UNCED)
Unity of commandΕνότητα διοίκησης
Unity of decisionΕνότητα κατεύθυνσης
Unity of purposeΕνότητα σκοπού
Unlevered firmΜη εξαρτημένη επιχείρηση
Unstable equilibriumΑσταθής ισορροπία
Uranium (U)Ουράνιο
Urban growthΑστική ανάπτυξη
Urban/wildland interfaceΔασοαστική ζώνη. Το όριο, η ζώνη ή η περιοχή όπου κατασκευές, οικισμοί ή άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα έρχεται σε επαφή ή περικλείεται από μεγάλες ποσότητες δασικών καυσίμων. Βλ. επίσης wildland/urban interface= δομημένη δασική περιοχή
Utilitarian organisationΟργανισμός κοινής ωφελείας
ValueΑξία
Value chainΑλυσίδα αξίας
Value of merged companyΑξία συγχωνευμένης εταιρίας
Vanadium (V)Βανάδιο
VarianceΔιακύμανση, διασπορά. Το τετράγωνο της τυπικής απόκλισης. Βλ. και standard deviation= τυπική απόκλιση
Vascular tissueΑγγειακός ιστός
VertebratesΣπονδυλωτά
Vertical differentiationΚάθετη διαφοροποίηση
VicariantsΑντιπροσωπευτικά είδη
ViscosityΙξώδες
Vision(1) Όραμα. (2) Διορατικότητα, οξυδέρκεια
Vital ecosystem attributesΔείκτες οικοσυστημικής λειτουργίας
Volatile Organic Compounds (VOCs)Πτητικές οργανικές ενώσεις
VolatilityΜεταβλητότητα, στα οικονομικά
VolcanoΗφαίστειο
Vulnerable speciesΕκρηκτικά είδη. Βλ. επίσης sensitive/vulnarable species= Ευαίσθητα είδη
Waggle danceΤρομώδης χορός
WarrantΤίτλος επιλογής
WastewaterΥγρά απόβλητα
Water cycleΥδρολογικός κύκλος
Water repellencyΑδιαβροχοποιημένο έδαφος
Water tableΥδροφόρος ορίζοντας
Water vapour Υδρατμός
Water-holding capacityΙκανότητα συγκράτησης νερού
WaterloggingΚορεσμός του εδάφους με νερό
WatershedΛεκάνη απορροής
WavelengthΜήκος κύματος
Wealth maximization Μεγιστοποίηση του πλούτου
WeatherΚαιρός
WeatheringΚαιρικές επιδράσεις.
WeedingΒοτάνισμα
Weighted average cost of capital (WACC)Μέσο σταθμικό κόστος κεφαλαίων
Weighted marginal cost of capital (WMCC)Οριακό σταθμικό κόστος κεφαλαίων.
WetlandΥγροβιότοπος
Wetting agentΠαράγων διαβροχής
White ashΣτάχτη. Καμένη έκταση με μεγάλη δριμύτητα χαρακτηρίζεται σαν στάχτη
White knightΛευκός ιππότης ή λευκό μαχαίρι. Η προσπάθεια μιας εταιρίας-στόχου να αποφύγει μια εχθρική εξαγορά προσφερόμενη για πώληση σε κάποιο «συμβατό» και φιλικό αγοραστή
Wild land Δασική περιοχή
Wild typeΆγριος τύπος
WildernessΦυσική περιοχή
Wildfire Δασική πυρκαγιά
Wildland fire Δασική πυρκαγιά
Wildland/urban interfaceΔομημένη δασική περιοχή. Όρος που περιγράφει περιοχές όπου κατασκευές (κατά κύριο λόγο σπίτια) βρίσκονται περιτριγυρισμένες από μεγάλες ποσότητες εύφλεκτων δασικών καυσίμων. Βλ. επίσης urban/wildland interface= δασοαστική ζώνη
WildlingΣπορόφυτα
Wind directionΔιεύθυνση ανέμου
Wind effectΕπίδραση ανέμου
Wind farmsΣταθμός αιολικής ενέργειας
Wind modelΜοντέλα ανέμου.
Wind profileΠροφίλ ανέμου
Wind velocityΤαχύτητα ανέμου. Μέση ροή του ανέμου σε συγκεκριμένο ύψος (συνήθως 10 μέτρων) για διάρκεια τουλάχιστον ενός λεπτού. Βλ. επίσης Windspeed= Ταχύτητα ανέμου
WindfallΑνεμοριψία. Η ρίψη, θραύση ή εκρίζωση δέντρων εξ αιτίας ισχυρών ανέμων
WindmillΑνεμόμυλος, ανεμογεννήτρια
WindrowΣωρός. Συγκέντρωση υπολειμμάτων υλοτομίας, με σκοπό να παραμείνει το δασικό έδαφος καθαρό για την αναγέννηση. Χρησιμοποιείται επίσης και για σωρούς εδαφικού υλικού από διανοίξεις δρόμων ή ζωνών σε δασική περιοχή
WindspeedΤαχύτητα ανέμου. (α) Ο ρυθμός οριζόντιας κίνησης του αέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο σε ένα άλλο. (β) Η μέση τιμή για διάστημα 10 λεπτών του ανέμου, σε μίλια ανά ώρα και σε ύψος 6,1 μέτρων πάνω από το έδαφος ή στο μέσο ύψος της υπάρχουσας βλάστησης. Βλ. επίσης wind velocity= Ταχύτητα ανέμου
World BankΠαγκόσμια Τράπεζα
World Summit on Sustainable Development (WSSD)Παγκόσμια Διάσκεψη Αειφόρου (Βιώσιμης) Ανάπτυξης ή WSSD, η οποία έλαβε χώρα στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής το Σεπτέμβριο του 2002
Xenon (Xe)Ξένο
XeromorphicΞηρόμορφος
XeromorphismΞηρομορφισμός. Χαρακτήρας προσαρμογής των φυτών σε συνθήκες ξηρασίας ή σε ξηρούς οικότοπους
YamΊγναμο
Yield curveΚαμπύλη απόδοσης. Η σχέση ανάμεσα στην απόδοση μιας ομολογίας και την αντίστοιχη ημερομηνία λήξης της
Yield to maturityΑπόδοση κατά τη λήξη. Η απόδοση ενός χρεογράφου σταθερού εισοδήματος αν διατηρηθεί μέχρι τη λήξη του
Ytterbium (Yb)Υττέρβιο
Yttrium (Y)Ύττριο
Zero coupon bondΟμολογία χωρίς τοκομερίδιο
Zinc (Zn)Ψευδάργυρος
Zirconium (Zr)Ζιρκόνιο
ZoologyΖωολογία
ZooplanktonΖωοπλαγκτόν
ZoosemioticsΖωοσημειολογία
ZygoteΖυγώτης


 

Search Tools