Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => Modern Greek->English Translation Forum => Medical/Biology (El-En) => Topic started by: wurlitzer on 03 Feb, 2010, 06:33:40

Title: άκανθα πτέρνας -> heel spur, calcaneal spur
Post by: wurlitzer on 03 Feb, 2010, 06:33:40
η νόσος των κάτω άκρων
Title: άκανθα πτέρνας -> heel spur, calcaneal spur
Post by: Agent Cadmus on 03 Feb, 2010, 10:16:46
Να υποθέσω πως εννοείς τον άκανθα πτέρνας (http://www.reflexbody.gr/akanthas.html); Σ'αυτή την περίπτωση ο άκανθας αντιστοιχεί στο heel spur (http://orthopedics.about.com/cs/generalinfo2/a/heelspur.htm).

Patients and doctors often confuse the terms heel spur and plantar fasciitis. While these two diagnoses are related, they are not the same. Plantar fasciitis refers to the inflammation of the plantar fascia--the tissue that forms the arch of the foot. A heel spur is a hook of bone that can form on the heel bone (calcaneus) and is associated with plantar fasciitis. [...]

Πηγή: http://orthopedics.about.com/cs/generalinfo2/a/heelspur.htm

Ο άκανθας αποτελεί μια συχνή αιτία πόνου της πτέρνας και πρόκειται για οστέινη ανάπτυξη στο κάτω μέρος της. Πρόκειται για διάταση της μεγάλης λωρίδας ιστού που συνδέει το οστό της πτέρνας με το μετατάρσιο, όπως επίσης μπορεί να οφείλεται σε κάκωση της μεμβράνης που καλύπτει το οστό της πτέρνας. Η ύπαρξη του άκανθα προκαλεί ερεθισμό στην γύρω περιοχή του ποδιού με αποτέλεσμα τον έντονο τοπικό πόνο κατά την όρθια στάση, την βάδιση και φυσικά το τρέξιμο. Παράγοντες που μπορούν να προκαλέσουν την συγκριμένη πάθηση είναι η μηχανική έλλειψη ισορροπίας (το λεγόμενο κούτσεμα) , η παχυσαρκία, καθώς και η λανθασμένη επιλογή υποδημάτων.

Πηγή: http://www.reflexbody.gr/akanthas.html
Title: άκανθα πτέρνας -> heel spur, calcaneal spur
Post by: wurlitzer on 03 Feb, 2010, 12:42:52
Ναι τον ακανθα πτέρνας εννοούσα. Να αναφέρω ότι απο μερικούς λέγεται και η άκανθα, εσφαλμένα. Ευχαριστώ.
Title: άκανθα πτέρνας -> heel spur, calcaneal spur
Post by: vmelas on 03 Feb, 2010, 19:14:58
ΛΝΕΓ
άκανθος (η) ΑΡΧΑΙΟΛ. η γλυπτή διακόσμηση τού κορινθιακού κιονόκρανου, που μιμείται το φύλλωμα τού ομώνυμου φυτού ΣΥΝ. άκανθα.
άκανθος (ο) ποώδες φυτό με πλατιά, συνήθ. αγκαθωτά φύλλα και άνθη σε στάχυς, που καλλιεργείται ως διακοσμητικό για το φύλλωμα του. [ΕΤYΜ. < μτγν. άκανθος (ο) < αρχ. άκανθα (βλ.λ.)].

ΛΚΝ
άκανθος η : (αρχιτ.) γλυπτή διακόσμηση του κορινθιακού κιονοκράνου• άκανθα: O κάλαθος του κιονοκράνου κοσμείται με φύλλα ακάνθου. [λόγ. < ελνστ. ἄκανθος ἡ, αρχ. ἄκανθος ὁ αγκαθωτό φυτό που το μιμούνταν στο κιονόκρανο]