Go to full version
English->Modern Greek Translation Forum
Child Boards
- Art/Literary
- Business/Financial
- Idioms/Expressions/Slang
- Information Technology
- Law/Patents
- Marketing
- Medical/Biology
- Science
- Social Sciences
- Sports/Games
- Technical/Engineering
- English-Greek translation notes
Topics
(1/1477) > >>
repository → αποθετήριο, αποθετήριο δεδομένων, αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος, χώρος εναπόθεσης, τόπος διαφύλαξης, απάγκιο, καταφύγιο, μυστικοφύλακας, μυστικοσύμβουλος, αυτός τον οποίο εμπιστεύομαι, πρόσωπο εμπιστοσύνης
bagless → χωρίς σακούλα
paper boy → εφημεριδάς, εφημεριδοπώλης, διανομέας εφημερίδων, παιδί που διανέμει εφημερίδες
follow-up (FU) → εκ νέου συζήτηση, συνέχεια, μεταθεραπευτικός έλεγχος, παρακολούθηση, αποθεραπεία, επανέλεγχος, μεταγενέστερη αποτίμηση, δεύτερη επικοινωνία, συμπληρωματική επικοινωνία, συνέχεια, συμπληρωματικός, ακόλουθος, απαντητικό άρθρο, επανέλεγχος, θεραπεία παρακολούθησης, που θα προκύψει, που θα προκύψουν
potato bread → πατατόψωμο, ψωμί με πατάτα
pull → έλξη, τράβηγμα, τράβηγμα κουπιού, κωπηλασία, δέλεαρ, θέλγητρο, ρουφηξιά, γουλιά, πλεονέκτημα, αβαντάζ, υπεροχή, επιρροή, κύρος, τα μέσα, απήχηση, σεξ απίλ, καμάκι, λαβή, χειρολαβή, πρώτο δοκίμιο, κτύπημα μπάλας προς τα αριστερά, συγκράτηση ηνίων ίππου, τραβώ, τραβάω, σύρω, σέρνω, έλκω, ελκύω, εξάγω με έλξη, βγάζω, βγάζω με τράβηγμα, μου βγάζουν, κωπηλατώ, κάνω κουπί, τραβάω κουπί, λάμνω, λαμνοκοπώ, μαδώ, μαδάω, πατάω, πατώ, πιέζω, αποσύρω, διαπράττω, κάνω, σκαρώνω, έχω απήχηση, τυπώνω, συγκρατώ, κλέβω, ληστεύω, παίρνω δείγμα, παθαίνω τράβηγμα, σκοράρω, βγάζω γκόμενα
mouseless → χωρίς ποντίκια, χωρίς ποντίκι
image-conscious → που προσέχει την εικόνα του, που προσέχει την εικόνα της
colour pigment → χρωστική ουσία, χρωστική, έγχρωμη βαφή
Navigation
Up one level
Next page