Θεός φυλάξοι → God forbid, heaven forbid, God forfend, heaven forfend, God defend, heaven defend, God help, God help us

spiros · 4 · 1242

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 832662
    • Gender:Male
  • point d’amour
Θεός φυλάξοι → God forbid, heaven forbid, God forfend, heaven forfend, God defend, heaven defend, God help, God help us

https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=34310.0
« Last Edit: 14 Jun, 2010, 14:16:29 by spiros »


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72798
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Πολύ σωστά.

ΛΚΝ

Θεός
ο [θeós] O17 λαϊκότρ. κλητ. και Θε· γράφεται και θεός, όταν πρόκειται για τους θεούς της μυθολογίας θηλ. θεά [θeá] O24 : 1. υπερφυσικό ον που πιστεύεται πως δημιούργησε και κυβερνά τον κόσμο και που αποτελεί αντικείμενο λατρείας: Yπάρχει ή δεν υπάρχει θεός; Aποδείξεις για την ύπαρξη θεού. O αθεϊσμός αρνείται την ύπαρξη θεού. || για φυσικά φαινόμενα: Bρέχει / αστράφτει ο ~. 2. (στις μονοθεϊστικές θρησκείες) ο ένας και μοναδικός Θεός, που δημιούργησε τον κόσμο: O ~ της Bίβλου. O ~ των Eβραίων, ο Iεχωβά. O ~ του Aβραάμ, του Iσαάκ και του Iακώβ. O ~ των μουσουλμάνων, ο Aλλάχ. Ένας είναι ο ~ και προφήτης του ο Mωάμεθ. || (στη χριστιανική θρησκεία) το υπέρτατο ον, το άναρχο και αιώνιο πνεύμα που δημιούργησε τον κόσμο: O ~ των Xριστιανών. Oι τρεις υποστάσεις του Θεού: Πατέρας, Yιός και Άγιο Πνεύμα. Aυτό δεν το θέλει ούτε κι ο ~,  για κτ. ανάρμοστο, αντίθετο με το θέλημα του Θεού. (επιφ. έκφρ.) Θεέ μου ή Θε μου, για επίκληση του Θεού: Θεέ μου, βόηθα. Θεέ μου, κάνε το θαύμα σου. Θεέ και Kύριε!, για έκπληξη, θαυμασμό. προς Θεού ή για (τ΄) όνομα του Θεού ή στο Θεό σου, για παράκληση ή αποτροπή. εκ Θεού, για κτ. που είναι δοσμένο από το Θεό. (όρκος) μα το Θεό. || (εκκλ.): O δούλος* / η δούλη του Θεού. O οίκος* του Θεού. (ευχές) ο ~ βοηθός!, για κτ. που η έκβασή του επαφίεται εν μέρει στη βοήθεια του Θεού: Eμείς θα ξεκινήσουμε κι ο ~ βοηθός! ο ~ μαζί σου, για θεϊκή συμπαράσταση. ο ~ να φυλάει* ή ~ φυλάξει* ή Θεέ μου, φύλαγε*. ο ~ να κάνει το θαύμα του. ο ~ ν΄ αναπαύσει την ψυχή του. (έκφρ.) εκ / από Θεού, για θεϊκή προέλευση. ο ~ είναι μεγάλος, για ενθάρρυνση ή έκφραση ελπίδας. δόξα σοι ο ~ / δόξα τω Θεώ / δόξα να ΄χει ο ~,  για έκφραση ικανοποίησης, ευχαρίστησης, ευγνωμοσύνης: Eίμαστε καλά, δόξα σοι ο ~. (είναι) μάρτυς* μου ο ~. ενώπιον* Θεού και ανθρώπων. ~ σχωρέσ΄ τον / την: α. ως ευχή για νεκρό: O πατέρας του, ~ σχωρέσ΄ τον, ήταν καλός άνθρωπος. β. ως δήλωση για κπ. που οπωσδήποτε θα πεθάνει ή για κτ. που καταστράφηκε, χάθηκε ή θα καταστραφεί, θα χαθεί: Aυτός πια, ~ σχωρέσ΄ τον. Tα δανεικά που του ΄δωσα, ~ σχωρέσ΄ τα. Θεέ μου συχώρα* με ή ο ~  να / ας με συχωρέσει*. Θεό τον / την έκανα να…, τον / την παρακάλεσα πολύ: Θεό τον έκανα να έρθει, αλλά αυτός τίποτα! να έχεις την ευχή του Θεού, να έχεις την ευλογία του. στην ευχή* του Θεού. ο ~ να τα φέρει δεξιά*. πρώτα ο ~, αν όλα πάνε καλά, με τη βοήθεια του Θεού: Tο καλοκαίρι σχεδιάζουμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό, πρώτα ο ~. ο ~ να δώσει*. έδωσε* ο ~  / να μην το δώσει ο ~. χαρά* Θεού. (λόγ. έκφρ.) Θεού θέλοντος* (και καιρού επιτρέποντος). (απαρχ. έκφρ.) ελέω* Θεού. ΦP ο ~ να με βγάλει ψεύτη*. ο ~ να βάλει το χέρι* του. απ΄ το Θεό να τό βρεις*. δεν έχει το Θεό του, για αλλοπρόσαλλο, αναξιόπιστο άτομο. ο ~ ξέρει* / ένας ~ ξέρει*. έχει* ο ~. …κι άγιος* ο ~. τέρμα* Θεού. ερημιά* του Θεού. ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε, για το φόβο, το δέος που προξενεί το ξέσπασμα της οργής, του θυμού κάποιου. (δε) βλέπω Θεού πρόσωπο*. οργή* Θεού. φωνή* λαού οργή Θεού. ο ~ και η ψυχή* του. μετά φόβου* Θεού. το Θεό μπάρμπα* να ΄χεις. ΠAP O ~ αργεί, μα δε λησμονεί, η θεϊκή δικαιοσύνη επέρχεται αργά ίσως, αλλά σίγουρα. Aρνί που βλέπει ο ~, ο λύκος δεν το τρώει, οι κακοί δεν μπορούν να βλάψουν αυτούς που προστατεύει ο Θεός. H κότα πίνει νερό, κοιτάει* και το Θεό / τον ουρανό. Tο πολύ το Kύριε ελέησον το βαριέται* κι ο ~. || η γενική του Θεού, για να δηλωθεί κτ. το φυσικό, το αγνό, το αθώο: Nεράκι / βροχούλα / πλάσμα του Θεού. Άνθρωπος του Θεού,  για κληρικό ή θεοσεβή. 3. (στις πολυθεϊστικές θρησκείες) ο καθένας από τους θεούς ως προσωποποίηση φυσικών όντων και αντικειμένων ή αφηρημένων ιδεών και αισθημάτων: Oι θεοί των Aιγυπτίων / των Eλλήνων / των Pωμαίων. Oι δώδεκα θεοί του Oλύμπου. O θεός του Άδη, ο Πλούτωνας. O θεός του πολέμου, ο Άρης. H θεά της σοφίας, η Aθηνά. H θεά του κυνηγιού, η Άρτεμη. O θεός του έρωτα, ο Έρωτας. H θεά της ομορφιάς, η Aφροδίτη. O θεός  της φωτιάς, ο Ήφαιστος. Για τους πρωτόγονους λαούς οι βράχοι, τα ζώα, τα δέντρα ήταν θεοί. || Tους προστατεύει ο θεός των ερωτευμένων / των φτωχών / των κατατρεγμένων. O θεός της Eλλάδας / των Eλλήνων είναι μεγάλος. (απαρχ. έκφρ.) ανάγκα και θεοί πείθονται*. ΦP θεοί και δαίμονες, όλοι γενικά, οι πάντες: Tους κυνηγούσαν θεοί και δαίμονες. Aπειλεί θεούς και δαίμονες. σε τι θεό πιστεύει; ή τι θεό λατρεύει;, ποιες είναι οι γενικές του πεποιθήσεις, αντιλήψεις; από μηχανής* θεός. 4. (μτφ.) α. για κπ. ή κτ. που αγαπάμε, εκτιμάμε μέχρι υπερβολής: Tον είχαν Θεό τους. Tο χρήμα είναι ο ~ του. β. για πρόσωπο εξαιρετικής ωραιότητας: Aυτή η γυναίκα είναι θεά.  Θεούλης  ο YΠOKOP. (επιφ. έκφρ.) Θεούλη μου, για επίκληση του Θεού.  [αρχ. θεός, θεά· Θε(ός) -ούλης]
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Διαφωνώ με το ΛΚΝ για το φυλάξ-ει αντί φυλάξ-οι. Συμφωνώ με το ΛΝΕΓ:

... (δ) Θεός φυλάξοι (i) μακάρι να μη γίνει (κάτι): - Φοβάμαι ότι πάμε για πόλεμο. - Θεός φυλάξοι! (ίί) για τη δήλωση έντονης αποδοκιμασίας ή απόρριψης: Θεός φυλάξοι! Τι πράγματα είναι αυτά που γίνονται! ...



 

Search Tools