vertretbarerweise → αναμφισβήτητα, αδιαμφισβήτητα, μπορεί κανείς να ισχυριστεί, μπορώ να πω, μπορούμε να πούμε, ομολογουμένως, ενδεχομένως, αναμφίβολα, μάλιστα, αναντίρρητα, το δίχως άλλο, εύλογα, ευλόγως, βάσιμα, βασίμως, προφανώς, κατά τους ισχυρισμούς, θα έλεγα, κατά τη γνώμη μου, κατά γενική ομολογία, κατά γενική παραδοχή

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824602
    • Gender:Male
  • point d’amour
vertretbarerweise → αναμφισβήτητα, αδιαμφισβήτητα, μπορεί κανείς να ισχυριστεί, μπορώ να πω, μπορούμε να πούμε, ενδεχομένως, αναμφίβολα, μάλιστα, αναντίρρητα, το δίχως άλλο, εύλογα, βάσιμα, προφανώς, κατά τους ισχυρισμούς, θα έλεγα, κατά τη γνώμη μου, κατά γενική ομολογία, κατά γενική παραδοχή

Chinese Mandarin: 按理說, 按理说, 可以說, 可以说; Danish: velsagtens; Dutch: aantoonbaar, onderbouwbaar, ontegenzeggelijk; Finnish: luultavasti; German: vertretbarerweise, wohl; Portuguese: discutivelmente; Russian: как мо́жно доказа̀ть; Swedish: enligt mångas förmenande; Turkish: tartışmalı şekilde, tartışmasız
« Last Edit: 29 Jul, 2021, 09:58:51 by spiros »


 

Search Tools