centralised → κεντρικοποιημένος, κεντρικοποιημένη, κεντρικοποιημένο, κεντροποιημένος, κεντροποιημένη, κεντροποιημένο, συγκεντρωποιημένος, συγκεντρωποιημένη, συγκεντρωποιημένο, συγκεντρωμένος, συγκεντρωμένη, συγκεντρωμένο, συγκεντρωτικός, συγκεντρωτική, συγκεντρωτικό, κεντρικός, κεντρική, κεντρικό, από ένα σημείο, ενός σημείου

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824788
    • Gender:Male
  • point d’amour
centralized  / centralised → κεντρικοποιημένος, κεντρικοποιημένη, κεντρικοποιημένο, κεντροποιημένος, κεντροποιημένη, κεντροποιημένο, συγκεντρωποιημένος, συγκεντρωποιημένη, συγκεντρωποιημένο, συγκεντρωμένος, συγκεντρωμένη, συγκεντρωμένο, συγκεντρωτικός, συγκεντρωτική, συγκεντρωτικό, κεντρικός, κεντρική, κεντρικό, από ένα σημείο, ενός σημείου
centralize / centralise → κεντρικοποιώ, συγκεντρώνω, οργανώνω συγκεντρωτικά, συγκεντρώνω σε ένα σημείο, διαχειρίζομαι από ένα σημείο, συγκεντροποιώ, προκαλώ διοικητικό συγκεντρωτισμό, υφίσταμαι διοικητικό συγκεντρωτισμό
centralization / centralisation → συγκέντρωση, κεντρική διαχείριση, συγεντρωτισµός, επικέντρωση, εστίαση, κεντρικοποίηση


 

Search Tools