Translation - Μετάφραση

Translation Assistance => Other language pairs => Spanish->Greek Translation Forum => Topic started by: magenta on 30 Mar, 2011, 04:55:08

Title: agudo -> οξύς, ευφυής, οξύνους
Post by: magenta on 30 Mar, 2011, 04:55:08
agudo -> οξύς

Αυτός ο όρος προέρχεται από το Ισπανοελληνικό και Ελληνοϊσπανικό λεξικό της Ματζέντα (http://www.magenta.gr/). Ενδέχεται να έχουν γίνει τροποποιήσεις από τους χρήστες ή τους συντονιστές για τον εμπλουτισμό και τη βελτίωσή του.
Ισπανοελληνικό λεξικό, Ισπανοελληνικό γλωσσάρι, λεξικό ισπανικά-ελληνικά, γλωσσάριο, μετάφραση. Diccionario español - griego, glossario, traducción. Spanish-Greek dictionary, Spanish-Greek glossary, terms, computers.
Title: Re: agudo -> οξύς, ευφυής, οξύνους
Post by: spiros on 01 Apr, 2011, 10:56:45
agudo m (feminine aguda, masculine plural agudos, feminine plural agudas)
sharp
witty
(grammatical) Having the voiced accent on the last syllable.
https://en.wiktionary.org/wiki/agudo