agrio -> ξινός, αψύς

magenta

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6078
agrío -> αψύς

Αυτός ο όρος προέρχεται από το Ισπανοελληνικό και Ελληνοϊσπανικό λεξικό της Ματζέντα. Ενδέχεται να έχουν γίνει τροποποιήσεις από τους χρήστες ή τους συντονιστές για τον εμπλουτισμό και τη βελτίωσή του.
Ισπανοελληνικό λεξικό, Ισπανοελληνικό γλωσσάρι, λεξικό ισπανικά-ελληνικά, γλωσσάριο, μετάφραση. Diccionario español - griego, glossario, traducción. Spanish-Greek dictionary, Spanish-Greek glossary, terms, computers.
« Last Edit: 01 Apr, 2011, 10:54:58 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 818311
    • Gender:Male
  • point d’amour
adj. Que produce sensación de acidez: sabor agrio. Puede ir seguido de la prep. a: pomelo agrio al gusto.
 
Que se ha agriado: leche agria.
 
Acre, áspero o desabrido: tiene un genio muy agrio.
 
m. pl. Conjunto de frutas de sabor agridulce, como el limón o la naranja y otras semejantes: en esta zona se cultivan agrios. Su sup. irreg. es agriísim
http://diccionarios.elmundo.es/diccionarios/cgi/lee_diccionario.html?busca=agrio&submit=+Buscar+&diccionario=1



 

Search Tools